Με εκδηλώσεις μνήμης και τιμής προς όσους έχασαν τη ζωή τους κατά τα δραματικά γεγονότα του 1974, η Κύπρος τιμά φέτος τη συμπλήρωση 52 χρόνων από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου και την τουρκική εισβολή που ακολούθησε λίγες ημέρες αργότερα, αφήνοντας μια πληγή που παραμένει ανοιχτή μέχρι σήμερα.
Στο πλαίσιο των επετειακών εκδηλώσεων τελέστηκε στη Λευκωσία το ετήσιο μνημόσυνο των πεσόντων του πραξικοπήματος, παρουσία της πολιτειακής, εκκλησιαστικής και πολιτικής ηγεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην τελετή παρέστησαν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, η Πρόεδρος της Βουλής Αννίτα Δημητρίου, μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, εκπρόσωποι κομμάτων, συγγενείς των θυμάτων και πλήθος πολιτών.
Κεντρικός ομιλητής ήταν ο πρώην βουλευτής Κωστής Ευσταθίου, ο οποίος υπογράμμισε ότι η διατήρηση της ιστορικής μνήμης αποτελεί εθνικό χρέος και ότι οι θυσίες των πεσόντων υπενθυμίζουν τις συνέπειες του διχασμού και της εκτροπής από τη δημοκρατική νομιμότητα. Όπως ανέφερε, τα θύματα του πραξικοπήματος υπήρξαν οι πρώτοι νεκροί της μεγάλης τραγωδίας που ακολούθησε με την τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1974 σημάδεψαν ανεξίτηλα την ιστορία της Κύπρου. Στις 15 Ιουλίου, το πραξικόπημα που οργανώθηκε από τη στρατιωτική χούντα των Αθηνών ανέτρεψε τον εκλεγμένο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, βυθίζοντας το νησί σε πολιτική και θεσμική κρίση.
Πέντε ημέρες αργότερα, τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου, η Τουρκία προχώρησε σε στρατιωτική εισβολή με απόβαση στην περιοχή της Κερύνειας και εκτεταμένες αεροπορικές επιχειρήσεις. Η Άγκυρα υποστήριξε ότι ενεργούσε στο πλαίσιο των δικαιωμάτων της ως εγγυήτρια δύναμη, ωστόσο η Κυπριακή Δημοκρατία, η Ελλάδα και η διεθνής κοινότητα χαρακτήρισαν την επιχείρηση ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου και της κυριαρχίας ενός ανεξάρτητου κράτους.
Παρά την αντίσταση της Εθνικής Φρουράς, της ΕΛΔΥΚ και χιλιάδων εφέδρων και εθελοντών, η αριθμητική και στρατιωτική υπεροχή των τουρκικών δυνάμεων αποδείχθηκε καθοριστική. Μετά την πρώτη φάση των επιχειρήσεων ακολούθησε τον Αύγουστο ο «Αττίλας ΙΙ», που οδήγησε στην κατάληψη περίπου του 36% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι συνέπειες υπήρξαν καταστροφικές. Περισσότεροι από 160.000 Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες και μετατράπηκαν σε πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα. Χιλιάδες οικογένειες χωρίστηκαν, περιουσίες εγκαταλείφθηκαν, ολόκληρες κοινότητες ξεριζώθηκαν και εκατοντάδες άνθρωποι εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, δημιουργώντας το διαχρονικό ζήτημα των αγνοουμένων που εξακολουθεί να απασχολεί την κυπριακή κοινωνία.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η διεθνής κοινότητα υιοθέτησε σειρά ψηφισμάτων υπέρ της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα ψηφίσματα 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία καταδίκασαν την ανακήρυξη του ψευδοκράτους και κάλεσαν τα κράτη να μην το αναγνωρίσουν.
Παρά τις πολυάριθμες πρωτοβουλίες, τις διαπραγματεύσεις και τις προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών, το Κυπριακό παραμένει άλυτο περισσότερο από μισό αιώνα μετά. Η διαίρεση του νησιού συνεχίζεται, ενώ η παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στα κατεχόμενα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα στις προσπάθειες εξεύρεσης λύσης.
Κατά την ομιλία του στο μνημόσυνο, ο Κωστής Ευσταθίου τόνισε ότι η καλύτερη τιμή προς τους πεσόντες είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων. Υπογράμμισε επίσης ότι η διατήρηση της ιστορικής μνήμης αποτελεί προϋπόθεση για την αποφυγή λαθών του παρελθόντος και για τη διασφάλιση ενός ειρηνικού μέλλοντος για τις επόμενες γενιές.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η επέτειος του 1974 δεν αποτελεί μόνο μια ιστορική αναδρομή. Είναι ημέρα μνήμης για τους νεκρούς, τους αγνοούμενους και τους πρόσφυγες, αλλά και υπενθύμιση ότι το Κυπριακό παραμένει ένα από τα σημαντικότερα άλυτα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου. Για τον κυπριακό ελληνισμό και ολόκληρο τον ελληνισμό, το αίτημα για μια ελεύθερη, δημοκρατική και επανενωμένη Κύπρο εξακολουθεί να παραμένει ζωντανό.




