Νέο κύμα ανησυχίας προκαλεί διεθνώς ο χανταϊός, έπειτα από ύποπτα κρούσματα που καταγράφηκαν σε κρουαζιερόπλοιο κοντά στο Πράσινο Ακρωτήριο. Το περιστατικό έφερε ξανά στο προσκήνιο μια σπάνια αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνη ασθένεια, η οποία συνδέεται κυρίως με τρωκτικά και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές στην υγεία.
Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, τρεις επιβάτες έχασαν τη ζωή τους, ενώ ακόμη τέσσερα άτομα παρουσίασαν σοβαρά συμπτώματα σε κρουαζιερόπλοιο με ολλανδική σημαία που παρέμεινε ανοιχτά των ακτών του Πράσινου Ακρωτηρίου κατά τη διάρκεια των ερευνών των υγειονομικών αρχών. Στο πλοίο επέβαιναν συνολικά 147 επιβάτες και μέλη πληρώματος από 23 διαφορετικές χώρες.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει κινητοποίηση και στον Καναδά, καθώς οι ομοσπονδιακές αρχές επιβεβαίωσαν ότι τρεις Καναδοί πολίτες βρίσκονται σε κατ’ οίκον απομόνωση σε Οντάριο και Κεμπέκ. Δύο από αυτούς είχαν αποβιβαστεί πριν από περίπου δύο εβδομάδες στο απομονωμένο νησί της Αγίας Ελένης στον Νότιο Ατλαντικό, ενώ ταξίδεψαν αργότερα με την ίδια πτήση μαζί με τρίτο Καναδό, ο οποίος δεν επέβαινε στο κρουαζιερόπλοιο αλλά ενδέχεται να ήρθε σε επαφή με άτομο που εμφάνιζε συμπτώματα.
Η υπουργός Εξωτερικών του Καναδά, Anita Anand, ανέφερε ότι και οι τρεις παρακολουθούνται στενά από τις υγειονομικές αρχές, ωστόσο μέχρι στιγμής παραμένουν ασυμπτωματικοί. Οι δύο βρίσκονται στο Οντάριο και ένας στο Κεμπέκ, ενώ οι τοπικές υπηρεσίες δημόσιας υγείας πραγματοποιούν καθημερινή παρακολούθηση για να διασφαλιστεί ότι τηρούνται τα πρωτόκολλα απομόνωσης.
Η καναδική κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσης ότι αποστέλλει προξενικούς υπαλλήλους για να υποστηρίξουν τους Καναδούς που εξακολουθούν να βρίσκονται στο πλοίο. Οι επιβάτες αναμένεται να αποβιβαστούν στην περιοχή Γκραναντίγια της Τενερίφης, αν και η εταιρεία της κρουαζιέρας ανέφερε ότι το πρόγραμμα ενδέχεται να αλλάξει ανάλογα με τις εξελίξεις.
Η υπουργός Υγείας του Οντάριο, Sylvia Jones, δήλωσε ότι οι δύο κάτοικοι της επαρχίας βρίσκονται ήδη σε απομόνωση από την επιστροφή τους και εκτιμάται ότι δεν αποτελούν κίνδυνο μετάδοσης. Τόνισε ωστόσο ότι η κατάσταση παραμένει «ρευστή» και ότι οι αρχές συνεχίζουν να αξιολογούν καθημερινά τα δεδομένα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των υγειονομικών υπηρεσιών, η περίοδος επώασης και παρακολούθησης ενδέχεται να διαρκέσει έως και 30 ημέρες.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανέφερε ότι τα ύποπτα περιστατικά εμφάνισαν υψηλό πυρετό, γαστρεντερικά προβλήματα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σοβαρή αναπνευστική δυσχέρεια. Ιατρικές ομάδες συνεχίζουν τις εξετάσεις και τη συλλογή δειγμάτων ώστε να επιβεβαιωθεί αν πρόκειται πράγματι για λοίμωξη από χανταϊό.
Ο χανταϊός ανήκει σε οικογένεια ιών που μεταδίδονται κυρίως μέσω μολυσμένων τρωκτικών. Οι άνθρωποι μολύνονται συνήθως όταν εισπνέουν μικροσκοπικά σωματίδια από ούρα, περιττώματα ή σάλιο ποντικιών και άλλων τρωκτικών. Η έκθεση μπορεί να συμβεί σε αποθήκες, υπόγεια, αχυρώνες, ξύλινα καταλύματα ή άλλους κλειστούς χώρους όπου υπάρχουν ίχνη τρωκτικών.
Η ασθένεια μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρό αναπνευστικό σύνδρομο, γνωστό ως πνευμονικό σύνδρομο από χανταϊό, το οποίο εξελίσσεται γρήγορα και μπορεί να προκαλέσει πνευμονία, αναπνευστική ανεπάρκεια και κυκλοφορικό σοκ. Αν και τα περιστατικά είναι σχετικά σπάνια, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ο ιός μπορεί να αποβεί θανατηφόρος.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ειδική αντιική θεραπεία για τον χανταϊό. Η αντιμετώπιση βασίζεται κυρίως στην υποστηρικτική φροντίδα των ασθενών, ενώ στις σοβαρές περιπτώσεις απαιτείται νοσηλεία και μηχανική υποστήριξη της αναπνοής.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι το ποσοστό θνησιμότητας διαφέρει ανάλογα με την περιοχή και το στέλεχος του ιού. Στην Ευρώπη και την Ασία τα ποσοστά είναι συνήθως χαμηλότερα, ενώ στην αμερικανική ήπειρο ορισμένα στελέχη παρουσιάζουν θνησιμότητα που μπορεί να φτάσει ακόμη και το 50%.
Η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο θεωρείται εξαιρετικά σπάνια, αν και στο παρελθόν έχουν καταγραφεί περιορισμένα περιστατικά μετάδοσης μεταξύ ανθρώπων σε ορισμένες περιοχές του κόσμου.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο πρώτος επιβάτης του κρουαζιερόπλοιου πιθανόν να είχε εκτεθεί στον ιό πριν από την επιβίβασή του, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται για να διαπιστωθεί η ακριβής πηγή της μόλυνσης.
Για τους Καναδούς, οι υγειονομικές αρχές υπογραμμίζουν ότι ο άμεσος κίνδυνος παραμένει χαμηλός. Ωστόσο, το περιστατικό υπενθυμίζει τη σημασία της προσοχής σε ταξίδια προς περιοχές με αυξημένη παρουσία τρωκτικών ή σε απομονωμένα μέρη που επισκέπτονται τουριστικές αποστολές και κρουαζιέρες εξερεύνησης.
Ο Καναδάς διαθέτει επίσης δικά του στελέχη χανταϊού, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές της δυτικής χώρας. Για τον λόγο αυτό, οι αρχές συνιστούν ιδιαίτερη προσοχή κατά τον καθαρισμό αποθηκών, εξοχικών κατοικιών ή άλλων χώρων όπου ενδέχεται να υπάρχουν περιττώματα τρωκτικών. Οι ειδικοί συμβουλεύουν να αποφεύγεται το σκούπισμα ή η χρήση ηλεκτρικής σκούπας σε τέτοιους χώρους χωρίς προηγούμενη απολύμανση, ώστε να μην αιωρούνται μολυσμένα σωματίδια στον αέρα.
Παράλληλα, όσοι επιστρέφουν από ταξίδια στο εξωτερικό και παρουσιάσουν πυρετό, αναπνευστικά προβλήματα ή έντονα γαστρεντερικά συμπτώματα καλούνται να αναζητήσουν άμεσα ιατρική βοήθεια και να ενημερώσουν τους γιατρούς για το πρόσφατο ταξιδιωτικό ιστορικό τους.
Το περιστατικό στο κρουαζιερόπλοιο αποτελεί ακόμη μία υπενθύμιση ότι, παρά την πρόοδο της ιατρικής και της δημόσιας υγείας, σπάνιοι αλλά επικίνδυνοι ιοί εξακολουθούν να αποτελούν απειλή σε έναν κόσμο όπου οι διεθνείς μετακινήσεις και ο τουρισμός διευκολύνουν την ταχύτερη διασπορά λοιμώξεων.




