Η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει τον χρόνο έγκρισης μεγάλων επενδύσεων, ενώ οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις προκαλούν αντιδράσεις από τα συνδικάτα
Σημαντικές αλλαγές τόσο στον τρόπο έγκρισης μεγάλων επενδύσεων όσο και στις εργασιακές σχέσεις σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας φέρνει το Bill C-39, Building Canada Strong Act, που κατέθεσε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στην Οττάβα.
Το νομοσχέδιο αποτελεί μέρος της προσπάθειας της κυβέρνησης Mark Carney να επιταχύνει τις επενδύσεις και την κατασκευή υποδομών, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Καναδάς αντιμετωπίζει αυξημένη οικονομική αβεβαιότητα και επιδιώκει να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά του.
Στον πυρήνα του C-39 βρίσκεται η μείωση του χρόνου που απαιτείται για τις ομοσπονδιακές αξιολογήσεις μεγάλων projects. Η κυβέρνηση θέτει ως στόχο οι σχετικές διαδικασίες να ολοκληρώνονται μέσα σε ένα έτος, με διαφορετικές αξιολογήσεις και αδειοδοτήσεις να προχωρούν παράλληλα αντί διαδοχικά.
Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα δημιουργίας Regions of National Interest, όπου συγκεκριμένες κατηγορίες έργων θα μπορούν να αντιμετωπίζονται με διαδικασίες αντίστοιχες εκείνων που ισχύουν για projects εθνικού ενδιαφέροντος. Σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορεί να επιτρέπεται περιορισμένη προπαρασκευαστική εργασία πριν από την έκδοση όλων των απαιτούμενων ομοσπονδιακών αδειών.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επιτάχυνση των διαδικασιών δεν περιορίζει τις περιβαλλοντικές αξιολογήσεις ούτε τις υποχρεώσεις διαβούλευσης με τους Indigenous Peoples. Περιβαλλοντικές οργανώσεις εκφράζουν, ωστόσο, ανησυχίες ότι οι συντομότερες διαδικασίες μπορεί να αποδυναμώσουν τον έλεγχο μεγάλων έργων.
Στο επίκεντρο οι απεργίες
Το δεύτερο μεγάλο σκέλος του C-39 αφορά τις εργασιακές σχέσεις και ιδιαίτερα το Section 107 του Canada Labour Code, το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια για ομοσπονδιακές παρεμβάσεις σε μεγάλες εργασιακές διαφορές.
Με το νέο πλαίσιο, πριν από ενδεχόμενη κυβερνητική παρέμβαση προβλέπεται η δυνατότητα διορισμού Special Mediator, ο οποίος θα έχει 21 ημέρες για να εργαστεί με εργοδότες και συνδικάτα και να υποβάλει έκθεση για τα σημεία διαφωνίας, τις θέσεις των δύο πλευρών και τις πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας.
Το νομοσχέδιο ορίζει επίσης παράγοντες που θα πρέπει να εξετάζονται πριν από κυβερνητική παρέμβαση, μεταξύ των οποίων οι σημαντικές επιπτώσεις μιας απεργίας ή ενός lockout στην καναδική οικονομία, ενδεχόμενες σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις και η προστασία της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι.
Εφόσον μια εργασιακή διαφορά κριθεί ότι έχει σοβαρές επιπτώσεις στο «εθνικό συμφέρον», ο αρμόδιος υπουργός θα εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να παραπέμψει την υπόθεση στο Canada Industrial Relations Board, το οποίο μπορεί να διατάξει την επανέναρξη των εργασιών και να παραπέμψει τη διαφορά σε δεσμευτική διαιτησία.
Αυτό είναι και το σημείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη αντιπαράθεση.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το C-39 δημιουργεί υψηλότερο όριο και περισσότερες προϋποθέσεις πριν από μια τέτοια παρέμβαση και ότι στόχος είναι να επιλύονται περισσότερες εργασιακές διαφορές μέσω διαπραγματεύσεων και διαμεσολάβησης.
Τα συνδικάτα δίνουν διαφορετική ερμηνεία. Υποστηρίζουν ότι το νομοσχέδιο κατοχυρώνει ρητά τη δυνατότητα της κυβέρνησης να τερματίζει μια νόμιμη απεργία όταν θεωρεί ότι επηρεάζεται το εθνικό συμφέρον και προειδοποιούν ότι αυτό μπορεί να αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων.
Το Καναδικό Εργατικό Κογκρέσο αναγνωρίζει πάντως ότι το C-39 περιλαμβάνει και μέτρα που ενισχύουν ορισμένες προστασίες των εργαζομένων, επιμένει όμως ότι οι διατάξεις που αφορούν το δικαίωμα στην απεργία χρειάζονται αλλαγές.
Το C-39 περνά πλέον στην κοινοβουλευτική διαδικασία, ανοίγοντας δύο σημαντικές συζητήσεις: πόσο γρήγορα μπορεί ο Καναδάς να εγκρίνει και να κατασκευάζει μεγάλα έργα και ποια πρέπει να είναι τα όρια της κυβερνητικής παρέμβασης όταν μια απεργία ή ένα lockout αποκτά ευρύτερες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.




