Carney: Ο Καναδάς Σπάει τα Ταμπού στη Σχέση με τις ΗΠΑ

Από το ακραίο σενάριο αμερικανικής στρατιωτικής ενέργειας μέχρι τα F-35, το Starlink και την Κίνα

Ο Καναδάς επανεξετάζει σε βάθος τις εξαρτήσεις του από τις Ηνωμένες Πολιτείες, από την άμυνα και τις δορυφορικές επικοινωνίες μέχρι το εμπόριο και το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της εκτενούς συνέντευξης που παραχώρησε ο Πρωθυπουργός Mark Carney στους New York Times στη Νέα Υόρκη.

Ο Carney μίλησε ανοιχτά για μια σχέση με τις ΗΠΑ που έχει αλλάξει και για την ανάγκη ο Καναδάς να είναι προετοιμασμένος ακόμη και για σενάρια που μέχρι πρόσφατα θα θεωρούνταν αδιανόητα.

Ερωτηθείς κατά πόσο αντιμετώπισε σοβαρά τις επανειλημμένες αναφορές του Donald Trump στον Καναδά ως πιθανή 51η πολιτεία των ΗΠΑ, επιβεβαίωσε ότι έχει εξεταστεί ακόμη και το ενδεχόμενο αμερικανικής στρατιωτικής ενέργειας.

Ο ίδιος το χαρακτήρισε «extreme tail risk», έναν ακραίο κίνδυνο με μικρή πιθανότητα να συμβεί, αλλά με πολύ σοβαρές συνέπειες εάν τελικά πραγματοποιηθεί.

«Πιστεύω ότι έχουμε την ευθύνη, σε αυτές τις θέσεις, να εξετάζουμε ακραίους κινδύνους», είπε, εξηγώντας ότι πρόκειται για διαχείριση κινδύνου. Ξεκαθάρισε ότι δεν αποτελεί το βασικό σενάριο, αλλά θα ήταν ανεύθυνο να μην υπάρχει προετοιμασία.

Ο Carney απέφυγε να αποκαλύψει τι ακριβώς έχει εξετάσει η καναδική κυβέρνηση ή ποια μέτρα θα μπορούσαν να ληφθούν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Παρά τη μεγάλη ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, η επικοινωνία του με τον Αμερικανό Πρόεδρο συνεχίζεται. Ο Καναδός Πρωθυπουργός είπε ότι ο ίδιος και ο Trump μιλούν «συχνά» και ότι έχουν επικοινωνήσει αρκετές φορές ακόμη και μετά την κατάρρευση των τελευταίων εμπορικών συνομιλιών.

Περιέγραψε τη μεταξύ τους σχέση ως λειτουργική, επειδή μπορούν να επικοινωνούν απευθείας και να γνωρίζει ο ένας τις θέσεις του άλλου. «Είναι ευθύς. Είμαι ευθύς ως προς το πού βρίσκεται ο καθένας», ανέφερε.

Πέρα όμως από τη διαχείριση της σημερινής σχέσης με την Ουάσιγκτον, ο Carney κατέστησε σαφές ότι η καναδική κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει συγκεκριμένες στρατηγικές εξαρτήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Starlink του Elon Musk. Ο Carney ήταν κατηγορηματικός ότι ο Καναδάς θα επιδιώξει να διαφοροποιήσει τις επιλογές του και να μειώσει την εξάρτησή του από το αμερικανικό δορυφορικό σύστημα. Αναγνώρισε ότι οι εναλλακτικές λύσεις δεν διαθέτουν ακόμη τις ίδιες δυνατότητες, εκτίμησε όμως ότι η συνεργασία με άλλους εταίρους, μεταξύ των οποίων ευρωπαϊκές χώρες και ενδεχομένως η Νότια Κορέα, μπορεί να δημιουργήσει την απαιτούμενη κλίμακα.

Η ίδια λογική βρίσκεται πίσω και από την επανεξέταση της αγοράς των αμερικανικών μαχητικών F-35. Η Οττάβα εξετάζει το πρόγραμμα, ενώ μεταξύ των εναλλακτικών επιλογών βρίσκονται τα σουηδικά Saab Gripen.

Ο Carney δεν αποκάλυψε προς ποια κατεύθυνση κλίνει η κυβέρνηση. Είπε όμως ότι πρόκειται για πραγματική επιλογή που θα κριθεί από τις διαφορετικές επιχειρησιακές δυνατότητες, τις στρατηγικές εξαρτήσεις και την οικονομική απόδοση. Έθεσε επίσης ως σημαντικό κριτήριο τις ανάγκες του Καναδά στην Αρκτική.

Στο οικονομικό πεδίο, ο Πρωθυπουργός τάχθηκε υπέρ της διεύρυνσης των οικονομικών σχέσεων με την Κίνα, κάνοντας σαφή διάκριση από την αμυντική συνεργασία. Η διαφοροποίηση των εμπορικών σχέσεων και των προμηθευτών αποτελεί μέρος της προσπάθειας να μειωθεί η ευπάθεια της χώρας απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις.

«Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που, από τη στιγμή που τα δεις, δεν μπορείς να κάνεις σαν να μην τα είδες», είπε χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στα διδάγματα που έχει αντλήσει ο Καναδάς από τη χρήση οικονομικών και στρατηγικών εξαρτήσεων ως μέσο πίεσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η τοποθέτησή του για το αμερικανικό δολάριο. Ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης επανέλαβε την άποψη ότι ένα παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα που εξαρτάται πλήρως από ένα μόνο αποθεματικό νόμισμα δεν είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα.

Μίλησε για μια σταδιακή μετάβαση προς ένα περισσότερο πολυπολικό σύστημα, με περισσότερα αποθεματικά νομίσματα, το οποίο, όπως είπε, θα προσέφερε μεγαλύτερη ευελιξία. Παρατήρησε ότι ήδη καταγράφεται μια μετατόπιση, καθώς χώρες επανεξετάζουν την έκθεσή τους στο αμερικανικό δολάριο, αναγνωρίζοντας πάντως ότι υπάρχουν σημαντικά εμπόδια σε μια τέτοια αλλαγή, μεταξύ άλλων λόγω των περιορισμών στο κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Δεν υποστήριξε, πάντως, μια πλήρη αποσύνδεση του Καναδά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, αναγνώρισε ότι υπάρχουν τομείς στους οποίους οι δύο οικονομίες είναι τόσο στενά συνδεδεμένες ώστε ένας διαχωρισμός δεν θα είχε νόημα, αναφέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την αυτοκινητοβιομηχανία.

Εμφανίστηκε επίσης επιφυλακτικός απέναντι στην ιδέα να χρησιμοποιήσει ο Καναδάς τις εξαγωγές ενέργειας ή τροφίμων προς τις ΗΠΑ ως αντίμετρο πίεσης. Όπως εξήγησε, όταν μια χώρα έχει χτίσει τη φήμη αξιόπιστου προμηθευτή, το όριο για να αλλάξει αυτή τη στάση πρέπει να είναι εξαιρετικά υψηλό.

Η στρατηγική που περιέγραψε δεν αφορά μόνο την περίοδο Trump. Ο Carney εκτίμησε ότι ακόμη και με έναν διαφορετικό Πρόεδρο στις Ηνωμένες Πολιτείες στο μέλλον, ο Καναδάς θα είναι καλύτερος εταίρος της Ουάσιγκτον ακριβώς επειδή θα έχει ενισχύσει τη δική του αυτονομία και θα έχει περισσότερες επιλογές.

Οι τοποθετήσεις του Carney δείχνουν ότι η Οττάβα δεν επιδιώκει ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θέλει όμως ο Καναδάς να έχει περισσότερες επιλογές και μικρότερη εξάρτηση από τον ισχυρότερο εμπορικό και στρατηγικό του εταίρο.

Related articles

Share article
spot_img
Latest articles