Η Τουρκία Υπέστη Τέσσερις Ήττες Για Την 4η Διακρατική Προσφυγή
Μια σημαντική διπλωματική και νομική επιτυχία κατέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία στο Συμβούλιο της Ευρώπης, καθώς η Τουρκία υπέστη τέσσερις διαδοχικές ήττες κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Αναπληρωτών Υπουργών στο Στρασβούργο, η οποία εξέτασε την εφαρμογή της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με την Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας.
Η εξέλιξη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για τη Λευκωσία, καθώς όχι μόνο αποτράπηκε το ενδεχόμενο να κλείσει η υπόθεση που αφορά τις περιουσίες των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων, αλλά άνοιξε και ο δρόμος για μια νέα νομική διαδικασία που ενδέχεται να δημιουργήσει ιστορικό προηγούμενο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, η τουρκική αντιπροσωπεία επιχείρησε να ανατρέψει τη διαδικασία μέσω σειράς διαδικαστικών παρεμβάσεων και ενστάσεων. Αρχικά υποστήριξε ότι απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία για τη λήψη απόφασης, θέση που απορρίφθηκε από τα κράτη-μέλη. Στη συνέχεια επιχείρησε να εξασφαλίσει αναβολή της συζήτησης μέσω πρόσθετης νομικής γνωμάτευσης, επιδιώκοντας να μεταθέσει την εξέταση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη συνεδρίαση. Και αυτή η προσπάθεια απορρίφθηκε.
Το αποτέλεσμα ήταν η Τουρκία να ηττηθεί σε τέσσερις διαδοχικές ψηφοφορίες μέσα σε λίγες ώρες, γεγονός που διπλωματικοί κύκλοι στη Λευκωσία χαρακτηρίζουν ως μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες των τελευταίων ετών στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Η κυπριακή πλευρά πέτυχε να συνεχιστεί η επιτήρηση της εφαρμογής της απόφασης του ΕΔΑΔ, αποτρέποντας το κλείσιμο ενός από τα σημαντικότερα νομικά κεφάλαια που αφορούν τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής του 1974. Παράλληλα, εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία η πρόταση της Κυπριακής Δημοκρατίας για παραπομπή ερμηνευτικού ερωτήματος στο ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εφόσον η διαδικασία ολοκληρωθεί, το Δικαστήριο θα κληθεί για πρώτη φορά στην ιστορία του να ερμηνεύσει δική του προηγούμενη απόφαση.
Η Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή κατατέθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία το 1994 και αφορά σειρά παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου. Η υπόθεση περιλαμβάνει τα περιουσιακά δικαιώματα των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων, το θέμα των αγνοουμένων, τα δικαιώματα των εγκλωβισμένων στην Καρπασία και ζητήματα που αφορούν τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων.
Το 2001 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε 14 παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από την Τουρκία, ενώ το 2014 επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους 90 εκατομμυρίων ευρώ υπέρ των συγγενών αγνοουμένων και των εγκλωβισμένων Ελληνοκυπρίων. Η Άγκυρα δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση, γεγονός που διατηρεί το ζήτημα ανοικτό ενώπιον των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η τελευταία εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς τα προηγούμενα χρόνια η Τουρκία είχε καταφέρει να εξασφαλίζει τη στήριξη ορισμένων κρατών-μελών, ενώ υπήρχαν ανησυχίες ότι η υπόθεση θα μπορούσε να οδηγηθεί σε κλείσιμο χωρίς ουσιαστική συμμόρφωση της Άγκυρας. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η Λευκωσία ακολούθησε μια μακρόχρονη και συντονισμένη εκστρατεία ενημέρωσης ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, παρουσιάζοντας στοιχεία για τη συνεχιζόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων.
Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, χαιρέτισε την απόφαση, υπογραμμίζοντας ότι ενισχύει τη θέση της Κύπρου σε μια κρίσιμη περίοδο για το Κυπριακό. Αντίστοιχα, ο Υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Κόμπος έκανε λόγο για σημαντική επιτυχία της κυπριακής διπλωματίας, επισημαίνοντας ότι η Τουρκία δεν πέτυχε τον βασικό της στόχο, που ήταν να τερματιστεί η επιτήρηση της υπόθεσης.
Η απόφαση του Στρασβούργου διατηρεί ενεργή τη διεθνή πίεση προς την Τουρκία για το περιουσιακό ζήτημα των εκτοπισμένων, ενισχύει τη νομική και πολιτική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα νέο κεφάλαιο στη μακρά δικαστική διαμάχη γύρω από τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής. Παράλληλα, στέλνει το μήνυμα ότι τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνδέονται με το Κυπριακό παραμένουν στην ευρωπαϊκή ατζέντα και δεν μπορούν να θεωρηθούν λήξαντα χωρίς ουσιαστική συμμόρφωση με τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών δικαστηρίων.
Η επόμενη σημαντική εξέλιξη αναμένεται τον Ιούνιο του 2027, όταν τα κράτη-μέλη θα κληθούν να αποφασίσουν εάν το ερμηνευτικό ερώτημα θα παραπεμφθεί επισήμως στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μια διαδικασία που θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο και ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο στην προσπάθεια της Κύπρου για δικαίωση.




