Οι εμπορικές σχέσεις Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών, οι εισαγωγές κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων και η συνεχιζόμενη στήριξη προς την Ουκρανία βρέθηκαν στο επίκεντρο των επαφών του Πρωθυπουργού του Καναδά Mark Carney και του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Donald Trump κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής των G7 στο Εβιάν της Γαλλίας.
Παρότι δεν είχε προγραμματιστεί επίσημη διμερής συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών, μια σύντομη συνομιλία που καταγράφηκε από ανοιχτό μικρόφωνο τράβηξε το ενδιαφέρον των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Ο Carney φέρεται να εξηγούσε στον Trump το νέο καναδικό πλαίσιο για τις εισαγωγές ηλεκτρικών οχημάτων κινεζικής κατασκευής, αναφέροντας ότι θα αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 3% της καναδικής αγοράς. Σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν, ο Καναδός Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στο ανώτατο όριο εισαγωγών, με τον Trump να απαντά θετικά στην πρόταση.
Η καναδική κυβέρνηση ανακοίνωσε σχέδιο μείωσης του δασμού 100% στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα στο 6,1%, με παράλληλη επιβολή ετήσιου ανώτατου ορίου εισαγωγών 49.000 οχημάτων, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 3% της καναδικής αγοράς. Η κίνηση αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας εξομάλυνσης των εμπορικών σχέσεων με την Κίνα, η οποία από την πλευρά της ανέστειλε τους ανταποδοτικούς δασμούς που είχε επιβάλει σε καναδικά αγροτικά προϊόντα.
Η στάση αυτή εξακολουθεί να προκαλεί επιφυλάξεις στην Ουάσιγκτον. Ο Trump έχει επανειλημμένα εκφράσει την αντίθεσή του στην είσοδο κινεζικών οχημάτων στη βορειοαμερικανική αγορά, προειδοποιώντας ότι ο Καναδάς δεν θα πρέπει να λειτουργήσει ως «πύλη εισόδου» για κινεζικά προϊόντα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρόμοιες ανησυχίες έχουν διατυπωθεί και από Αμερικανούς νομοθέτες, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι τα κινεζικά οχήματα ενδέχεται να δημιουργούν ζητήματα εθνικής ασφάλειας και προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Οι εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Συμφωνίας Καναδά – Ηνωμένων Πολιτειών – Μεξικού (CUSMA). Παρά το γεγονός ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη κάποια οριστική απόφαση για την πορεία της συμφωνίας, αξιωματούχοι των δύο χωρών συνεχίζουν τις επαφές τους στο περιθώριο της συνόδου, σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι εμπορικές εντάσεις που έχουν ανακύψει τους τελευταίους μήνες.
Παράλληλα, η Ουκρανία αποτέλεσε μία από τις βασικές προτεραιότητες της πρώτης ημέρας των εργασιών των G7. Ο Ουκρανός Πρόεδρος Volodymyr Zelenskyy συμμετείχε στις συζητήσεις και είχε ξεχωριστές συναντήσεις τόσο με τον Trump όσο και με τον Carney.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον Zelenskyy, ο Καναδός Πρωθυπουργός ανακοίνωσε νέο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, το οποίο στοχεύει 162 πρόσωπα, οργανισμούς και πλοία που συνδέονται με τη ρωσική πολεμική μηχανή. Παράλληλα, οι δύο ηγέτες συζήτησαν την περαιτέρω ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ Καναδά και Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας στον τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) και της ενίσχυσης της ουκρανικής αεράμυνας.
Στο περιθώριο της συνόδου, ο Carney πραγματοποίησε επίσης συναντήσεις με ηγέτες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Ινδίας και της Νότιας Κορέας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η συνάντησή του με την Πρωθυπουργό της Ιταλίας Giorgia Meloni, μετά την οποία οι δύο χώρες ανακοίνωσαν την έναρξη συνομιλιών για πιθανή αγορά εκπαιδευτικών αεροσκαφών M-346 από τον Καναδά, στο πλαίσιο της ενίσχυσης των αμυντικών δυνατοτήτων των Καναδικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Οι ηγέτες των G7 ασχολήθηκαν επίσης με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τη διεθνή αναπτυξιακή βοήθεια και τη χρηματοδότηση των αναπτυσσόμενων χωρών. Σε κοινές δηλώσεις τους δεσμεύθηκαν να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, να ενισχύσουν τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σε αναπτυξιακά έργα και να στηρίξουν τις πιο ευάλωτες οικονομίες.
Παρά τις διαφωνίες που εξακολουθούν να υπάρχουν σε ζητήματα εμπορίου και δασμών, η σύνοδος του Εβιάν ανέδειξε τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ των δυτικών συμμάχων σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών προκλήσεων. Για τον Καναδά, οι συζητήσεις αυτές αποτελούν κρίσιμη δοκιμασία τόσο για τις σχέσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για τον ευρύτερο ρόλο που επιδιώκει να διαδραματίσει στη διεθνή σκηνή, σε θέματα ασφάλειας, εμπορίου και παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας.




