Ανοδική πορεία κατέγραψαν οι ελληνικές εξαγωγές προς τον Καναδά το 2025, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν το 2026 από το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Τορόντο. Οι συνολικές ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 1,85% σε σχέση με το 2024, ενώ το διμερές εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών ενισχύθηκε κατά 9,5%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή δυναμική των εμπορικών σχέσεων Ελλάδας και Καναδά.
Πρωταγωνιστικό ρόλο διατηρούν οι ελιές και τα παρασκευασμένα λαχανικά, τα οποία αποτέλεσαν τη σημαντικότερη κατηγορία ελληνικών τροφίμων στον Καναδά, με εξαγωγές αξίας 28,1 εκατ. ευρώ. Οι ελληνικές ελιές εξακολουθούν να έχουν ισχυρή παρουσία στην καναδική αγορά, με την Ελλάδα να κατατάσσεται στη δεύτερη θέση μεταξύ των προμηθευτριών χωρών μετά την Ισπανία. Οι εξαγωγές ελιών συνέχισαν να κινούνται σε υψηλά επίπεδα, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή προτίμηση των Καναδών καταναλωτών στα ελληνικά προϊόντα.
Ιδιαίτερα σημαντική παραμένει και η θέση του ελληνικού ελαιολάδου. Αν και η κατά κεφαλήν κατανάλωση στον Καναδά παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με τις μεσογειακές χώρες, η ζήτηση αυξάνεται σταθερά καθώς ολοένα και περισσότεροι καταναλωτές στρέφονται προς τη μεσογειακή διατροφή και τα προϊόντα που συνδέονται με έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής. Το ελληνικό ελαιόλαδο συνεχίζει να ενισχύει την παρουσία του στην αγορά, αξιοποιώντας τη διεθνή αναγνώριση της ποιότητας και της διατροφικής του αξίας.
Εξαιρετικές επιδόσεις καταγράφουν και τα ελληνικά ιχθυηρά. Η Ελλάδα διατηρεί ηγετική θέση στις καναδικές εισαγωγές λαβρακιού και τσιπούρας, καλύπτοντας το 65,4% των εισαγωγών λαβρακιού και το 44% των εισαγωγών τσιπούρας το 2025. Το ελληνικό λαβράκι, γνωστό στην καναδική αγορά ως branzino, βρίσκεται πλέον σε πολλά εστιατόρια και καταστήματα τροφίμων σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ η τσιπούρα συνεχίζει να ενισχύει τη θέση της στις προτιμήσεις των καταναλωτών.
Παράλληλα, σημαντική ανάπτυξη σημειώνουν τα παρασκευάσματα διατροφής, με τις ελληνικές εξαγωγές να αυξάνονται κατά 39% και να φθάνουν τα 3,7 εκατ. ευρώ. Η αυξανόμενη προτίμηση των καταναλωτών για προϊόντα «clean label», χωρίς τεχνητά πρόσθετα, δημιουργεί νέες ευκαιρίες για τους Έλληνες παραγωγούς και εξαγωγείς.
Θετική ήταν και η πορεία του ελληνικού μελιού, οι εξαγωγές του οποίου αυξήθηκαν κατά 15,8% και ανήλθαν στα 2,4 εκατ. ευρώ. Στην κατηγορία του συσκευασμένου μελιού έως πέντε κιλά, η Ελλάδα κατέχει πλέον το 9% της καναδικής αγοράς σε αξία, καταλαμβάνοντας την τέταρτη θέση μεταξύ των χωρών προέλευσης. Η αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικά και φυσικά προϊόντα ενισχύει περαιτέρω τις προοπτικές του ελληνικού μελιού στην καναδική αγορά.
Ανοδικά κινήθηκαν επίσης οι εξαγωγές αλατιού και εμφιαλωμένου νερού, αν και οι συγκεκριμένες κατηγορίες εξακολουθούν να αποτελούν μικρό μέρος του συνολικού εξαγωγικού όγκου. Παρόλα αυτά, η παρουσία τους αποτυπώνει τη διεύρυνση της γκάμας ελληνικών προϊόντων που βρίσκουν θέση στα ράφια των καναδικών καταστημάτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση της φέτας. Παρά τις ελληνικές επιφυλάξεις σχετικά με το καθεστώς προστασίας της στο πλαίσιο της Συνολικής Οικονομικής και Εμπορικής Συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης και Καναδά (CETA), η συμφωνία συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών τυριών. Η αξία των εξαγωγών φέτας προς τον Καναδά έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, ενώ οι εξαγόμενες ποσότητες πλησιάζουν πλέον τους 1.000 τόνους ετησίως. Παράλληλα, και άλλα ελληνικά τυριά κερδίζουν σταδιακά έδαφος σε μια αγορά που αναζητά αυθεντικά προϊόντα υψηλής ποιότητας.
Η εικόνα των εξαγωγών δείχνει ότι τα ελληνικά προϊόντα συνεχίζουν να κερδίζουν την εμπιστοσύνη των Καναδών καταναλωτών, ενισχύοντας σταθερά την παρουσία τους σε μία από τις σημαντικότερες αγορές εκτός Ευρώπης. Η αυξανόμενη αναγνώριση της ελληνικής διατροφής και η ζήτηση για αυθεντικά μεσογειακά προϊόντα δημιουργούν θετικές προοπτικές για την περαιτέρω ανάπτυξη των ελληνικών εξαγωγών τα επόμενα χρόνια.




