Σημαντική ώθηση στον μεταλλευτικό τομέα του Οντάριο φέρνει η ανακοίνωση επένδυσης ύψους 14 δισ. δολαρίων από την Agnico Eagle Mines έως το 2030, με στόχο την επέκταση της παραγωγής χρυσού και την ανάπτυξη νέων έργων εξόρυξης στην επαρχία.
Η κυβέρνηση του Οντάριο παρουσίασε την επένδυση ως ψήφο εμπιστοσύνης στη νέα πολιτική επιτάχυνσης αδειοδοτήσεων και μείωσης της γραφειοκρατίας για μεταλλευτικά έργα, επισημαίνοντας ότι η επαρχία εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους παγκόσμιους προορισμούς επενδύσεων στον κλάδο των ορυκτών και κρίσιμων μετάλλων.
Η Agnico Eagle, η μεγαλύτερη μεταλλευτική εταιρεία του Καναδά και δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός χρυσού παγκοσμίως, σχεδιάζει να επενδύσει περίπου 12 δισ. δολάρια στις υφιστάμενες δραστηριότητες, στην ανάπτυξη νέων έργων και στην έρευνα, ενώ επιπλέον 2 δισ. δολάρια θα κατευθυνθούν στα έργα Detour Lake Underground και Upper Beaver.
Τα δύο έργα αναμένεται να δημιουργήσουν έως και 1.600 νέες θέσεις εργασίας και να προσθέσουν σχεδόν 5 δισ. δολάρια στο ΑΕΠ του Οντάριο.

Ο υπουργός Ενέργειας και Ορυχείων του Οντάριο, Stephen Lecce, δήλωσε ότι η επένδυση αποδεικνύει πως το Οντάριο εξελίσσεται σε «πρωτεύουσα εξόρυξης και κρίσιμων ορυκτών της G7», ενώ υπογράμμισε ότι η επαρχία επιταχύνει τις διαδικασίες έγκρισης χωρίς να παραμερίζει τα περιβαλλοντικά πρότυπα και τη συνεργασία με τις αυτόχθονες κοινότητες.
Το έργο Detour Lake, που βρίσκεται βορειοανατολικά του Cochrane, θα επεκτείνει τη λειτουργία του μεγαλύτερου χρυσωρυχείου του Καναδά έως το 2054, αυξάνοντας την ετήσια παραγωγή σε πάνω από ένα εκατομμύριο ουγγιές χρυσού.
Παράλληλα, το έργο Upper Beaver, κοντά στο Dobie, θα μετατρέψει ένα παλαιότερο μεταλλείο σε σύγχρονη μονάδα εξόρυξης χρυσού και χαλκού με διάρκεια ζωής περίπου 14 ετών.
Η κυβέρνηση του Οντάριο ανακοίνωσε επίσης ότι σχεδιάζει νέα μέτρα περαιτέρω μείωσης της γραφειοκρατίας ώστε να επιταχυνθούν ακόμη περισσότερο οι αδειοδοτήσεις για εξορυκτικά έργα και επεκτάσεις υφιστάμενων μεταλλείων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της επαρχίας, ο μεταλλευτικός τομέας του Οντάριο στηρίζει περίπου 28.000 άμεσες και 46.000 έμμεσες θέσεις εργασίας, ενώ η επαρχία παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός ορυκτών στον Καναδά.




