Η αμυντική σύμπραξη Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν ενισχύει τον ρόλο της Άγκυρας και φέρνει νέα δεδομένα στους στρατηγικούς υπολογισμούς της Αθήνας
Η υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν στη Μέκκα προσθέτει έναν νέο παράγοντα στο ήδη σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον της Μέσης Ανατολής. Δεν πρόκειται μόνο για μια συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ τριών χωρών. Η σημασία της βρίσκεται και στο γεγονός ότι φέρνει πιο κοντά τρεις δυνάμεις με διαφορετικά συμφέροντα, αλλά με αυξανόμενη επιδίωξη να διαμορφώνουν οι ίδιες τους όρους της περιφερειακής ασφάλειας.
Η συμφωνία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις που αναλαμβάνει κάθε πλευρά και ο τρόπος με τον οποίο θα ενεργοποιείται στην πράξη ο μηχανισμός αμοιβαίας άμυνας δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.
Για την Τουρκία, η νέα συνεργασία ενισχύει την προσπάθεια διεύρυνσης της επιρροής της πέρα από τα παραδοσιακά πεδία της εξωτερικής της πολιτικής. Η Άγκυρα αποκτά ένα θεσμοθετημένο πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία, μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις του Κόλπου, και το Πακιστάν, μια χώρα με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και πυρηνικό οπλοστάσιο.
Από την πλευρά του, το Ριάντ φαίνεται να επιδιώκει μεγαλύτερα περιθώρια στρατηγικής αυτονομίας. Η Σαουδική Αραβία αναζητεί πρόσθετους μηχανισμούς αποτροπής σε μια περίοδο κατά την οποία η περιφερειακή αστάθεια έχει αυξηθεί σημαντικά, επιχειρώντας παράλληλα να αποφύγει μια ανεξέλεγκτη εμπλοκή στις συγκρούσεις της περιοχής.
Η Αίγυπτος και το ενδιαφέρον της Αθήνας
Ένα από τα ερωτήματα που δημιουργεί η συμφωνία αφορά την Αίγυπτο. Το Κάιρο δεν συμμετέχει στο νέο σχήμα, ωστόσο το ενδεχόμενο διεύρυνσής του έχει ήδη τεθεί στη δημόσια συζήτηση, με την Τουρκία να αφήνει ανοικτή την προοπτική συμμετοχής και άλλων χωρών.
Για την Αθήνα, η στάση της Αιγύπτου έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι δύο χώρες έχουν οικοδομήσει στενή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, την ίδια στιγμή όμως που το Κάιρο αποκαθιστά και εμβαθύνει τις σχέσεις του με την Άγκυρα.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι η Αίγυπτος απομακρύνεται από την Ελλάδα. Αναδεικνύει όμως μια ευρύτερη τάση στην περιοχή: κράτη που μέχρι πρόσφατα εμφανίζονταν ενταγμένα σε περισσότερο διακριτούς άξονες επιδιώκουν πλέον να διατηρούν ταυτόχρονα σχέσεις και συνεργασίες προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η Αθήνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις περιφερειακές ισορροπίες ως στατικές.
Η ελληνική παρουσία στη Σαουδική Αραβία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά και η παρουσία της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία. Η αποστολή αποτελεί ένα από τα πιο απτά δείγματα της αμυντικής συνεργασίας Αθήνας και Ριάντ και είχε μέχρι σήμερα ιδιαίτερη πολιτική και στρατηγική σημασία για τις σχέσεις των δύο χωρών.
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί στον ελληνικό Τύπο, η ανανέωση της παραμονής της πυροβολαρχίας εξετάζεται πλέον σε μηνιαία αντί για ετήσια βάση. Η αλλαγή αυτή επιτρέπει στην Αθήνα να επανεκτιμά συχνότερα την αποστολή, καθώς οι συνθήκες ασφαλείας και οι περιφερειακές συμμαχίες μεταβάλλονται. Το γεγονός δεν συνεπάγεται από μόνο του υποχώρηση των ελληνοσαουδαραβικών σχέσεων, δείχνει όμως ότι η ελληνική πλευρά έχει λόγους να παρακολουθεί στενότερα τις εξελίξεις.
Η ισραηλινή διάσταση
Η νέα συμμαχία παρακολουθείται με ενδιαφέρον και στο Ισραήλ, όπου η προσέγγιση Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δημιουργεί ερωτήματα για τη μελλοντική διάταξη των περιφερειακών συνεργασιών.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο αυτό μπορεί να δημιουργήσει νέες δυνατότητες, καθώς η συνεργασία τους με το Ισραήλ έχει ήδη αποκτήσει σημαντική στρατηγική και αμυντική διάσταση. Δεν αποκλείεται η νέα πραγματικότητα να ενισχύσει το ενδιαφέρον για στενότερες σχέσεις μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου, αλλά και με χώρες όπως η Ινδία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Μια τέτοια προοπτική, ωστόσο, δεν είναι χωρίς διλήμματα για την Αθήνα. Η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια όχι μόνο στη σχέση με το Ισραήλ, αλλά και στην ανάπτυξη ισχυρών δεσμών με τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η διατήρηση αυτών των σχέσεων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όσο οι περιφερειακές συμμαχίες γίνονται περισσότερο σύνθετες.
Οι οικονομικοί διάδρομοι στη νέα πραγματικότητα
Οι μεταβολές δεν περιορίζονται στο πεδίο της άμυνας. Αγγίζουν και τα μεγάλα σχέδια οικονομικής και εμπορικής διασύνδεσης της Ασίας με την Ευρώπη.
Σε αυτά περιλαμβάνεται ο India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC), στον οποίο η Σαουδική Αραβία αποτελεί κρίσιμο κρίκο και για τον οποίο η Ελλάδα έχει επιδιώξει ρόλο ως ευρωπαϊκή πύλη.
Δεν υπάρχει σήμερα βάση για το συμπέρασμα ότι η Συμφωνία της Μέκκας ακυρώνει ή θέτει από μόνη της σε κίνδυνο τον IMEC. Η δημιουργία όμως νέων αμυντικών δεσμών ανάμεσα σε χώρες που ταυτόχρονα συμμετέχουν σε διαφορετικά οικονομικά και γεωπολιτικά σχήματα δείχνει πόσο πιο περίπλοκη γίνεται η υλοποίηση τέτοιων σχεδίων.
Για την Ελλάδα, επομένως, το σημαντικότερο στοιχείο της Συμφωνίας της Μέκκας δεν είναι η δημιουργία ενός «αντίπαλου στρατοπέδου». Μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν υπερβολικά απλουστευτική. Μεγαλύτερη σημασία έχει ότι η Τουρκία διευρύνει το διπλωματικό και αμυντικό της αποτύπωμα, ενώ ταυτόχρονα η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και άλλες περιφερειακές δυνάμεις επιδιώκουν να διατηρούν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Αυτό δημιουργεί για την Αθήνα μια πιο απαιτητική εξίσωση: να ενισχύσει τις σχέσεις της με την Κύπρο και το Ισραήλ, να διατηρήσει το βάθος των συνεργασιών της με την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και ταυτόχρονα να προσαρμόζεται σε μια Τουρκία που επιχειρεί να διευρύνει τον περιφερειακό της ρόλο.
Η Συμφωνία της Μέκκας δεν αλλάζει από μόνη της τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Δείχνει, όμως, ότι η εποχή των σταθερών και εύκολα διακριτών περιφερειακών συμμαχιών υποχωρεί και ότι για την ελληνική διπλωματία η δυνατότητα να κινείται ταυτόχρονα σε περισσότερα από ένα πεδία γίνεται ολοένα σημαντικότερη.




