Νέα προειδοποίηση προς φορολογούμενους που διατηρούν κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς εκπέμπουν οι φορολογικές αρχές στην Ελλάδα, καθώς μεταφορές χρημάτων μεταξύ συγγενών ή συνδικαιούχων ενδέχεται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να χαρακτηριστούν ως άτυπες δωρεές και να επιφέρουν σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις.
Το θέμα επανήλθε στο προσκήνιο μετά από πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία έκρινε ότι μεταφορά χρηματικού ποσού από κοινό οικογενειακό λογαριασμό σε νέο λογαριασμό συνιστούσε δωρεά, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιβολή φόρου.
Η υπόθεση αφορούσε μεταφορά 240.000 ευρώ από κοινό λογαριασμό στον οποίο συμμετείχαν γονείς και παιδιά προς νέο κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο γιος με τη σύζυγό του. Η φορολογική διοίκηση έκρινε ότι ο φορολογούμενος δεν απέδειξε πως είχε συμβάλει ουσιαστικά στη δημιουργία του αρχικού υπολοίπου, με αποτέλεσμα η μεταφορά να θεωρηθεί άτυπη δωρεά. Η ΔΕΔ επικύρωσε τη θέση της φορολογικής αρχής, επισημαίνοντας ότι η απλή συμμετοχή σε έναν κοινό λογαριασμό δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει κυριότητα επί των χρημάτων που βρίσκονται σε αυτόν.
Η απόφαση αποτελεί σαφές μήνυμα ότι οι ελεγκτικές αρχές εξετάζουν πλέον όχι μόνο τη μορφή μιας συναλλαγής αλλά και την πραγματική οικονομική της ουσία. Όταν ένας συνδικαιούχος μεταφέρει ή αναλαμβάνει χρήματα χωρίς να μπορεί να αποδείξει ότι συνέβαλε στη δημιουργία του ποσού, η πράξη μπορεί να χαρακτηριστεί φορολογητέα δωρεά.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις γονικές παροχές και δωρεές χρηματικών ποσών. Η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει αφορολόγητο όριο έως 800.000 ευρώ για συγγενείς πρώτου βαθμού, όπως γονείς, παιδιά, σύζυγοι, παππούδες και εγγόνια. Ωστόσο, για να ισχύσει η απαλλαγή, η μεταφορά πρέπει να πραγματοποιείται μέσω τραπεζικού συστήματος και να δηλώνεται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Αντίθετα, όταν τα χρήματα δίνονται με μετρητά, το αφορολόγητο χάνεται και επιβάλλεται φόρος 10% από το πρώτο ευρώ, ανεξαρτήτως ποσού.
Οι ελεγκτικές αρχές παρακολουθούν επίσης τις διαδοχικές μεταφορές χρημάτων μεταξύ συγγενών, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι χρησιμοποιούνται ενδιάμεσα πρόσωπα για την παράκαμψη των φορολογικών διατάξεων. Σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται καταστρατήγηση της νομοθεσίας, ο φόρος μπορεί να φτάσει το 20% χωρίς καμία απαλλαγή.
Αυξημένο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μεταφορές χρημάτων μέσω κοινών λογαριασμών στους οποίους συμμετέχουν τρίτα πρόσωπα. Οι φορολογικές αρχές εξετάζουν ποιος πραγματικά χρησιμοποίησε τα χρήματα και ποιος ωφελήθηκε οικονομικά από τη συναλλαγή. Εάν προκύψει ότι το ποσό χρησιμοποιήθηκε από διαφορετικό πρόσωπο από εκείνο που εμφανίζεται ως αποδέκτης, μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται νέα δωρεά και να επιβληθεί πρόσθετος φόρος.
Εξαίρεση αποτελούν συνήθως οι μικρές καθημερινές μεταφορές χρημάτων από γονείς προς παιδιά μέσω ηλεκτρονικών υπηρεσιών πληρωμών, όπως το IRIS, όταν αφορούν χαρτζιλίκι ή κάλυψη βασικών αναγκών διαβίωσης και τα παιδιά αποτελούν προστατευόμενα μέλη της οικογένειας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ΑΑΔΕ δεν αντιμετωπίζει τις συναλλαγές ως δωρεές.
Οι φορολογικές επιβαρύνσεις γίνονται ακόμη μεγαλύτερες όταν οι συναλλαγές αφορούν συγγενείς πιο μακρινού βαθμού ή μη συγγενικά πρόσωπα. Για συγγενείς δεύτερης κατηγορίας, όπως αδέλφια, ανιψιούς και θείους, ο φόρος δωρεάς ανέρχεται στο 20%, ενώ για τρίτη κατηγορία συγγένειας ή μη συγγενικά πρόσωπα μπορεί να φτάσει ακόμη και το 40%.
Την ίδια στιγμή, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εντείνει τους ελέγχους στις γονικές παροχές και δωρεές μεγάλων χρηματικών ποσών. Σύμφωνα με τον φετινό προγραμματισμό, προβλέπεται η εξέταση 1.080 υποθέσεων, με τις φορολογικές αρχές να αξιοποιούν στοιχεία από την πλατφόρμα myProperty και δεδομένα που διαβιβάζουν οι τράπεζες προκειμένου να εντοπίζουν περιπτώσεις καταστρατήγησης του αφορολόγητου ορίου.
Η απόφαση της ΔΕΔ λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι ακόμη και συναλλαγές μεταξύ στενών συγγενών απαιτούν προσοχή, σωστή τεκμηρίωση και πλήρη τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών. Διαφορετικά, μια μεταφορά χρημάτων που θεωρείται οικογενειακή διευκόλυνση μπορεί να εξελιχθεί σε φορολογική υπόθεση με σημαντικό οικονομικό κόστος για τους εμπλεκόμενους.




