Λιγότερες Ποικιλίες, Φτωχότερη Διατροφή

Η συρρίκνωση της γεωργικής βιοποικιλότητας περιορίζει σταδιακά όσα φτάνουν στο τραπέζι μας και στερεί από τις καλλιέργειες πολύτιμα χαρακτηριστικά αντοχής απέναντι στην κλιματική αλλαγή

Μπορεί τα ράφια των καταστημάτων να δίνουν την εικόνα μιας τεράστιας ποικιλίας τροφίμων, όμως πίσω από αυτήν κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα. Ο αριθμός των φυτικών ειδών και ποικιλιών στα οποία βασίζεται η σύγχρονη διατροφή περιορίζεται, την ώρα που χιλιάδες λιγότερο γνωστές καλλιέργειες παραμένουν αναξιοποίητες ή κινδυνεύουν να χαθούν.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη διατήρηση της φύσης. Συνδέεται άμεσα με την ποιότητα της διατροφής, αλλά και με την ικανότητα της γεωργίας να προσαρμοστεί σε υψηλότερες θερμοκρασίες, ξηρασία, πλημμύρες και άλλες μεταβολές που προκαλεί η κλιματική αλλαγή.

Διεθνής ομάδα επιστημόνων από τους χώρους της γεωργίας, της διατροφής και της βοτανικής προειδοποιεί ότι η μεγαλύτερη αξιοποίηση της βιοποικιλότητας των λαχανικών θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά οφέλη τόσο για την ανθρώπινη υγεία όσο και για την ανθεκτικότητα του παγκόσμιου συστήματος τροφίμων. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS) και παρουσιάστηκε από το ScienceAlert.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κατανάλωση λαχανικών υπολείπεται κατά περίπου 40% των ποσοτήτων που συνιστώνται για μια υγιεινή διατροφή. Την ίδια στιγμή, ένα σχετικά μικρό σύνολο εμπορικών καλλιεργειών κυριαρχεί στην παραγωγή και στις αγορές, αφήνοντας στο περιθώριο πολλές παραδοσιακές και τοπικές ποικιλίες.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εκβιομηχάνιση της γεωργίας. Η μαζική παραγωγή ευνοεί καλλιέργειες που μπορούν να παράγονται σε μεγάλες ποσότητες, έχουν ομοιόμορφα χαρακτηριστικά, μεταφέρονται εύκολα και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των μεγάλων εφοδιαστικών αλυσίδων.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της πατάτας. Περισσότερες από 4.000 ποικιλίες έχουν καταγραφεί παγκοσμίως, όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες μόλις πέντε έως οκτώ χρησιμοποιούνται ευρέως. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια γενικότερη τάση, σημαντική γενετική ποικιλία εξακολουθεί να υπάρχει στη φύση και στις παραδοσιακές καλλιέργειες, αλλά μόνο ένα μικρό μέρος της φτάνει τελικά στην καθημερινή διατροφή.

Η απώλεια αυτής της ποικιλίας έχει διπλό κόστος. Μαζί με τις ποικιλίες κινδυνεύουν να χαθούν φυτά πλούσια σε βιταμίνες, μέταλλα και άλλα μικροθρεπτικά συστατικά, αλλά και πολύτιμο γενετικό υλικό που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ανάπτυξη καλλιεργειών καλύτερα προσαρμοσμένων στις νέες κλιματικές συνθήκες.

Ορισμένα λιγότερο γνωστά λαχανικά διαθέτουν ήδη χαρακτηριστικά που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Το φυτό-αράχνη (spider plant), ένα σκουροπράσινο φυλλώδες λαχανικό που καλλιεργείται στην Αφρική, είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά και παρουσιάζει ανθεκτικότητα σε δύσκολες κλιματικές συνθήκες. Η πικρή κολοκύθα (bitter gourd), διαδεδομένη στην Ασία και την Καραϊβική, διαθέτει πολλούς άγριους συγγενείς που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη δημιουργία ανθεκτικότερων καλλιεργειών.

Ακόμη και η γνωστή κολοκύθα (pumpkin) αντέχει στην ξηρασία και στις υψηλές θερμοκρασίες, ενώ αποτελεί σημαντική πηγή βήτα-καροτίνης. Παρά τη μεγάλη διάδοσή της, σύμφωνα με τους ερευνητές, σημαντικό μέρος των γενετικών της πόρων παραμένει ανεπαρκώς αξιοποιημένο και προστατευμένο.

Η ανησυχία δεν περιορίζεται σε λίγα είδη. Οι επιστήμονες αναφέρονται σε περισσότερα από 1.480 είδη λαχανικών των οποίων η γενετική ποικιλία χρειάζεται καλύτερη προστασία και αξιοποίηση. Παράλληλα, στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) δείχνουν ότι περίπου το 24% των άγριων συγγενών των λαχανικών που έχουν αξιολογηθεί σε επίπεδο είδους απειλούνται με εξαφάνιση.

Η απάντηση, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν βρίσκεται απλώς στην παραγωγή περισσότερων λαχανικών. Χρειάζεται μεγαλύτερη ποικιλία στις καλλιέργειες, προστασία παραδοσιακών σπόρων και άγριων συγγενών των σημερινών φυτών, στήριξη των τοπικών ποικιλιών και περισσότερη έρευνα σε είδη που μέχρι σήμερα βρίσκονται εκτός της μεγάλης αγροτικής παραγωγής.

Ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν και οι καταναλωτές, επιλέγοντας διαφορετικά και εποχικά λαχανικά, προϊόντα τοπικών παραγωγών και, όπου υπάρχει η δυνατότητα, παραδοσιακές ποικιλίες. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται όχι μόνο η ποικιλία της διατροφής αλλά και η διατήρηση μιας γεωργικής κληρονομιάς που σταδιακά περιορίζεται.

Σε μια εποχή κατά την οποία το παγκόσμιο σύστημα τροφίμων καλείται να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός αυξανόμενου πληθυσμού μέσα σε ολοένα δυσκολότερες κλιματικές συνθήκες, η ποικιλία δεν αποτελεί απλώς ζήτημα επιλογών στο τραπέζι. Μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα αποθέματα για τη διατροφή και τη γεωργία του μέλλοντος.

Related articles

Share article
spot_img
Latest articles