Σε νέα και ιδιαίτερα κρίσιμη φάση εισέρχονται οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών, μετά την απόφαση του Αμερικανού προέδρου Donald Trump να επιβάλει δασμούς 50% σε δεκάδες καναδικά προϊόντα. Οι νέοι δασμοί αναμένεται να τεθούν σε ισχύ μέσα στις επόμενες 30 ημέρες, εκτός εάν μέχρι τότε οι δύο χώρες καταλήξουν σε νέα εμπορική συμφωνία.
Τα νέα μέτρα αφορούν προϊόντα όπως μπαστούνια χόκεϊ, μέλι, κρασιά, τσιμέντο, καθώς και σειρά ακόμη βιομηχανικών και καταναλωτικών αγαθών. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, δεν προβλέπονται εξαιρέσεις ούτε για προϊόντα που μέχρι σήμερα προστατεύονταν από τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Καναδά-ΗΠΑ-Μεξικού (CUSMA), γεγονός που προκαλεί έντονη ανησυχία στον επιχειρηματικό κόσμο και στις καναδικές εξαγωγικές επιχειρήσεις.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι τα νέα μέτρα αποτελούν απάντηση σε αυτό που χαρακτηρίζει ως διακριτική μεταχείριση των αμερικανικών προϊόντων από τον Καναδά. Μεταξύ των λόγων που επικαλείται είναι οι απαγορεύσεις πώλησης αμερικανικών αλκοολούχων ποτών σε πολλές καναδικές επαρχίες, το σύστημα προστασίας της καναδικής αγοράς γαλακτοκομικών προϊόντων και οι ποσοστώσεις στις εισαγωγές ορισμένων αμερικανικών οχημάτων. Από τους νέους δασμούς εξαιρούνται η ενέργεια, η ποτάσα, τα ψάρια και ορισμένα ακόμη προϊόντα που ήδη υπάγονται σε ξεχωριστό αμερικανικό δασμολογικό καθεστώς.
Μπροστά στον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης, ο πρωθυπουργός Mark Carney είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Donald Trump, με τις δύο πλευρές να συμφωνούν στην εντατικοποίηση των διαπραγματεύσεων τις επόμενες εβδομάδες.
Σε επίσημη δήλωσή του, ο Καναδός πρωθυπουργός χαρακτήρισε τους νέους δασμούς ακόμη μία μονομερή εμπορική ενέργεια που παραβιάζει τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Καναδά-ΗΠΑ-Μεξικού (CUSMA). Τόνισε ότι ο Καναδάς έχει ήδη καταθέσει αναλυτικές προτάσεις για την επίλυση της διαφοράς και τον εκσυγχρονισμό της συμφωνίας, δηλώνοντας έτοιμος να εντείνει τις διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες τις επόμενες εβδομάδες. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή του θα λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για την προστασία των Καναδών εργαζομένων, αγροτών, επιχειρήσεων και οικογενειών. Ακολούθως, συγκάλεσε έκτακτη τηλεδιάσκεψη με τους πρωθυπουργούς των επαρχιών και των εδαφών, κατά την οποία υπογραμμίστηκε η ανάγκη για κοινή εθνική στρατηγική απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις και την αποφυγή ενός νέου εμπορικού πολέμου.
Ωστόσο, στο εσωτερικό του Καναδά διαμορφώνονται διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τον τρόπο αντίδρασης. Ο πρωθυπουργός της επαρχίας του Οντάριο Doug Ford ζήτησε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να προχωρήσει σε αντίστοιχους δασμούς εάν οι αμερικανικές αποφάσεις τεθούν σε εφαρμογή, υποστηρίζοντας ότι ο Καναδάς δεν μπορεί να συνεχίσει να υποκύπτει στις πιέσεις της Ουάσιγκτον. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι οι νέοι αμερικανικοί δασμοί θα μπορούσαν να προκαλέσουν οικονομικό πλήγμα ύψους περίπου 28 δισεκατομμυρίων δολαρίων και κάλεσε όλες τις επαρχίες να υιοθετήσουν ενιαία στάση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αντίθετα, άλλοι επαρχιακοί πρωθυπουργοί, όπως η Danielle Smith της Αλμπέρτα και η Christine Fréchette του Κεμπέκ, τάσσονται υπέρ της συνέχισης της διπλωματικής προσπάθειας, θεωρώντας ότι η καλύτερη λύση είναι η επίτευξη μιας νέας εμπορικής συμφωνίας πριν τεθούν σε ισχύ οι δασμοί.
Στο θέμα παρενέβη και ο αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος, Pierre Poilievre, χαρακτηρίζοντας τους νέους αμερικανικούς δασμούς «αδικαιολόγητους και λανθασμένους». Υποστήριξε ότι τα νέα μέτρα θα αυξήσουν τις τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές, ενώ θα πλήξουν τους Καναδούς εργαζόμενους, καλώντας τον Donald Trump να ανακαλέσει την απόφασή του και να αποκαταστήσει το καθεστώς ελεύθερου εμπορίου. Παράλληλα, ζήτησε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να παρουσιάσει άμεσα ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης πριν από την προγραμματισμένη εφαρμογή των δασμών στις 19 Αυγούστου.
Οι Συντηρητικοί ζήτησαν επίσης τη σύγκληση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, ώστε να εξεταστεί το κυβερνητικό σχέδιο αντιμετώπισης των δασμών. Παράλληλα, πρότειναν την επιτάχυνση επενδύσεων σε αγωγούς, εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), λιμάνια και άλλες στρατηγικές υποδομές, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της διαπραγματευτικής ισχύος του Καναδά στις διεθνείς αγορές.
Την ίδια ώρα, οι επαρχίες επιχειρούν να ενισχύσουν την εσωτερική οικονομία. Εννέα επαρχίες συμφώνησαν να καταργήσουν σημαντικά εμπόδια στις διαπεριφερειακές πωλήσεις αλκοολούχων ποτών, επιτρέποντας στους παραγωγούς μπύρας, κρασιού και αποσταγμάτων να πωλούν απευθείας σε καταναλωτές άλλων επαρχιών. Η πρωτοβουλία αποτελεί μέρος της ευρύτερης προσπάθειας ενίσχυσης της εσωτερικής αγοράς, ώστε οι καναδικές επιχειρήσεις να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις στο εσωτερικό της χώρας, η κοινή επιδίωξη παραμένει η αποφυγή μιας νέας εμπορικής σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η κυβέρνηση Carney επιμένει ότι οι νέοι δασμοί παραβιάζουν τη CUSMA και δηλώνει ότι θα συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με στόχο την επίτευξη μιας νέας εμπορικής συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, διαμηνύει ότι είναι έτοιμη να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για την προστασία της καναδικής οικονομίας, των εργαζομένων, των αγροτών, των επιχειρήσεων και των οικογενειών, εφόσον οι αμερικανικοί δασμοί τεθούν τελικά σε ισχύ.




