Σε μια προσπάθεια να ισορροπήσουν ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη, την ενεργειακή βιομηχανία και τους περιβαλλοντικούς στόχους, η κυβέρνηση του Καναδά και η επαρχία της Αλμπέρτα ανακοίνωσαν νέα συμφωνία συνεργασίας για την ενίσχυση των εξαγωγών, τη μείωση των εκπομπών και την προσέλκυση επενδύσεων στις καθαρές τεχνολογίες.
Τη συμφωνία ανακοίνωσαν ο πρωθυπουργός Mark Carney και η Έπαρχος της Αλμπέρτα Danielle Smith, κάνοντας λόγο για μια νέα φάση συνεργασίας ανάμεσα στην Οττάβα και την πετρελαιοπαραγωγό επαρχία της Αλμπέρτα, η οποία τα τελευταία χρόνια βρέθηκε πολλές φορές σε αντιπαράθεση με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για την περιβαλλοντική πολιτική και τη φορολόγηση των ρύπων.
Κεντρικό σημείο της συμφωνίας αποτελεί η σταδιακή εφαρμογή τιμής άνθρακα στα 130 δολάρια ανά τόνο μέχρι το 2040, μέσω νέων ετήσιων στόχων και αυστηρότερων βιομηχανικών προτύπων εκπομπών. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η τιμή θα διαμορφωθεί στα 115 δολάρια μέχρι το 2030 και θα αυξηθεί στα 140 δολάρια έως το 2035, πριν σταθεροποιηθεί στο τελικό επίπεδο.
Η νέα προσέγγιση δίνει έμφαση περισσότερο στις επενδύσεις, στην καινοτομία και στις τεχνολογικές λύσεις παρά σε αυστηρές ρυθμιστικές παρεμβάσεις, με στόχο, όπως αναφέρει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα της καναδικής οικονομίας και παράλληλα να επιτευχθούν οι περιβαλλοντικοί στόχοι της χώρας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη δημιουργία μιας ισχυρότερης εσωτερικής αγοράς άνθρακα, καθώς η Οτάβα θεωρεί ότι το υφιστάμενο σύστημα δεν λειτουργεί αποτελεσματικά εξαιτίας της υπερπροσφοράς φθηνών πιστώσεων εκπομπών, γεγονός που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, αποδυναμώνει τα κίνητρα για ουσιαστική μείωση των ρύπων.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, προβλέπεται επίσης ενίσχυση ιδιωτικών επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες, ενεργειακές υποδομές και βιομηχανική καινοτομία, ενώ ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη συνεργασία με τις αυτόχθονες κοινότητες και στη συμμετοχή τους στα μεγάλα ενεργειακά έργα.
Η υπουργός περιβάλλοντος και κλιματικής αλλαγής Julie Dabrusin χαρακτήρισε τη συμφωνία σημαντικό βήμα για τη δημιουργία ενός πιο αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος μείωσης εκπομπών, τονίζοντας ότι στόχος της κυβέρνησης είναι η ανάπτυξη μιας ισχυρής οικονομίας χωρίς εγκατάλειψη των δεσμεύσεων για το κλίμα. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η νέα πολιτική θα βοηθήσει τον Καναδά να προσελκύσει επενδύσεις και να διατηρήσει τον ηγετικό του ρόλο στην παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση.
Η συμφωνία θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την Αλμπέρτα, καθώς επιχειρεί να γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ της ενεργειακής βιομηχανίας και της ομοσπονδιακής περιβαλλοντικής πολιτικής, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Καναδάς προσπαθεί να ενισχύσει την οικονομία του και να διαφοροποιήσει τις εξαγωγικές του αγορές.




