Με τον εμπορικό πόλεμο Καναδά – ΗΠΑ να κλιμακώνεται, ο Πρωθυπουργός Mark Carney συγκέντρωσε το Υπουργικό Συμβούλιο στο Banff της Alberta για διήμερη συνεδρίαση, με στόχο τη χάραξη της κυβερνητικής στρατηγικής ενόψει της επιστροφής του Κοινοβουλίου στις 21 Σεπτεμβρίου.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τα νέα μέτρα της κυβέρνησης Trump, η προστασία της καναδικής οικονομίας και η προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης της χώρας από την αμερικανική αγορά.
Από τις 15 Σεπτεμβρίου, οι ΗΠΑ διευρύνουν τη λίστα των καναδικών προϊόντων που επιβαρύνονται με δασμούς 50%, προσθέτοντας μεταξύ άλλων τυριά, προϊόντα χαρτιού, χάλυβα, αλουμίνιο, στρώματα και μηχανοκίνητα σκάφη. Από τις 29 Σεπτεμβρίου τίθενται επίσης σε ισχύ απαγορεύσεις εισαγωγής για σειρά καναδικών προϊόντων, μεταξύ των οποίων τα περισσότερα αλκοολούχα ποτά, ορισμένα γαλακτοκομικά και μοτοσικλέτες.
Η νέα κλιμάκωση ακολούθησε την επιβολή από την Οττάβα ανταποδοτικών δασμών σε αμερικανικές εισαγωγές αξίας $27,6 δισ., μετά την κατάρρευση των εμπορικών συνομιλιών μεταξύ των δύο χωρών.
Η κυβέρνηση Carney εξετάζει πλέον μια ευρύτερη οικονομική στροφή, με μεγαλύτερη διαφοροποίηση των εμπορικών σχέσεων του Καναδά, ενίσχυση της εγχώριας οικονομίας και ανάπτυξη νέων συνεργασιών, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από τις ΗΠΑ.
«Βρισκόμαστε σε έναν εμπορικό πόλεμο που δεν ζητήσαμε, αλλά πρέπει να κερδίσουμε», δήλωσε ο Tim Hodgson, Υπουργός Φυσικών Πόρων, συνδέοντας την ενεργειακή ασφάλεια με την οικονομική και εθνική ασφάλεια του Καναδά.
Ο François-Philippe Champagne, Υπουργός Οικονομικών, άφησε παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των συνομιλιών με τις ΗΠΑ «την κατάλληλη στιγμή», επισημαίνοντας ότι οποιαδήποτε νέα κίνηση θα έχει συνέπειες και στις δύο πλευρές των συνόρων.
Στη συνεδρίαση του Banff εξετάζονται επίσης η οικονομία, η εθνική ενότητα και οι προτεραιότητες της κυβέρνησης για τη νέα κοινοβουλευτική περίοδο, καθώς η αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις για την κυβέρνηση Carney.




