Πατήστε παρακάτω να ακούσετε το άρθρο (GR)
Click below to listen to the article (EN)
*** Disclaimer: Τhis audio was generated using AI. We strive for accurate pronunciation, but slight variations may occur.
Η καναδική κυβέρνηση προχωρά σε ένα μεγάλο πακέτο οικονομικής στήριξης ύψους 1,5 δισεκατομμυρίου δολαρίων, επιχειρώντας να περιορίσει τις επιπτώσεις από τη διεύρυνση των αμερικανικών δασμών σε προϊόντα που περιλαμβάνουν χάλυβα, αλουμίνιο και χαλκό. Η πρωτοβουλία αποτελεί μέρος της ευρύτερης στρατηγικής της Οττάβας για τη θωράκιση της βιομηχανικής παραγωγής και τη στήριξη επιχειρήσεων που βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος και αβεβαιότητα στις εξαγωγές τους προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το νέο σχέδιο περιλαμβάνει τη δημιουργία ειδικού προγράμματος ύψους 1 δισ. δολαρίων μέσω της Business Development Bank of Canada (BDC), καθώς και επιπλέον χρηματοδότηση 500 εκατομμυρίων δολαρίων για την ενίσχυση της πρωτοβουλίας Regional Tariff Response Initiative, η οποία στηρίζει επιχειρήσεις που πλήττονται από τις εμπορικές πιέσεις.
Η ανακοίνωση έγινε από την υπουργό Βιομηχανίας Μέλανι Ζολί σε βιομηχανική εγκατάσταση στο Οντάριο, με την ίδια να τονίζει ότι ο Καναδάς δεν μπορεί να παραμένει αδρανής απέναντι στις αποφάσεις της Ουάσιγκτον. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η καναδική κυβέρνηση δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τις αποφάσεις που λαμβάνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο οφείλει να αντιδρά άμεσα για την προστασία της οικονομίας και των εργαζομένων της χώρας.
Η νέα παρέμβαση κρίθηκε αναγκαία μετά την απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να επεκτείνει το καθεστώς δασμών και σε πρόσθετες κατηγορίες βιομηχανικών προϊόντων που περιέχουν χάλυβα, αλουμίνιο και χαλκό. Οι νέοι περιορισμοί επηρεάζουν πλέον και προϊόντα που έως πρόσφατα εξαιρούνταν, όπως φύλλα αλουμινίου, μεταλλικά εξαρτήματα και βιομηχανικά παράγωγα προϊόντα, προκαλώντας σοβαρές πιέσεις σε καναδικές επιχειρήσεις μεταποίησης και εξαγωγών.
Το πρόγραμμα της BDC θα προσφέρει χαμηλότοκα δάνεια διάρκειας έως τριών ετών, με χρηματοδότηση που μπορεί να φτάσει τα 50 εκατομμύρια δολάρια ανά επιχείρηση. Στόχος είναι να στηριχθούν εργοστάσια και μεταποιητικές μονάδες που χρησιμοποιούν σημαντικές ποσότητες χάλυβα, αλουμινίου ή χαλκού και έχουν επηρεαστεί από τη νέα αμερικανική εμπορική πολιτική.
Παράλληλα, τα επιπλέον 500 εκατομμύρια δολάρια που θα διοχετευθούν μέσω των περιφερειακών αναπτυξιακών οργανισμών αναμένεται να δώσουν μεγαλύτερη ευελιξία κυρίως σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, επιτρέποντάς τους να επενδύσουν σε νέες αγορές, εκσυγχρονισμό παραγωγής και διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων τους, καθώς η εξάρτηση από την αμερικανική αγορά γίνεται ολοένα πιο επισφαλής.
Η Οττάβα θεωρεί ότι οι αμερικανικοί δασμοί δημιουργούν σοβαρές πιέσεις σε κομβικούς τομείς της οικονομίας, ιδιαίτερα στη βαριά βιομηχανία, στη μεταποίηση και στις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση συνδυάζει τη νέα χρηματοδότηση με ένα ευρύτερο πλέγμα προστατευτικών μέτρων που ήδη εφαρμόζονται.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ανταποδοτικοί δασμοί 25% σε συγκεκριμένα αμερικανικά προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου, νέοι περιορισμοί στις εισαγωγές χάλυβα από χώρες εκτός συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου, καθώς και επιπλέον δασμοί σε κινεζικά προϊόντα που σχετίζονται με τον κλάδο μετάλλων. Παράλληλα, η κυβέρνηση προωθεί πολιτική “Buy Canadian” για δημόσια έργα μεγάλης κλίμακας, δίνοντας προτεραιότητα στη χρήση καναδικού χάλυβα και αλουμινίου σε κρατικές συμβάσεις.
Σημαντικό μέρος της στρατηγικής αφορά και την αγορά εργασίας. Η κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει προγράμματα επανεκπαίδευσης για έως και 50.000 εργαζόμενους, επέκταση ασφαλιστικών παροχών και νέα ψηφιακή πλατφόρμα διασύνδεσης εργαζομένων με διαθέσιμες θέσεις εργασίας.
Ο υπουργός Τεχνητής Νοημοσύνης και Ψηφιακής Καινοτομίας Έβαν Σόλομον δήλωσε ότι οι καναδικές επιχειρήσεις χρειάζονται άμεση πρόσβαση σε ρευστότητα για να μπορέσουν να εκσυγχρονιστούν και να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Αντίστοιχα, υπουργοί από διαφορετικές περιφέρειες της χώρας τόνισαν ότι η στήριξη αυτή είναι κρίσιμη για τη διατήρηση θέσεων εργασίας και την προστασία των τοπικών οικονομιών.
Την ίδια στιγμή, Αμερικανοί αξιωματούχοι αφήνουν να εννοηθεί ότι η πολιτική δασμών δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα. Ο εμπορικός εκπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκριρ δήλωσε πρόσφατα ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν προτίθεται να επιστρέψει στο προηγούμενο καθεστώς ελεύθερου εμπορίου χωρίς δασμούς, επιβεβαιώνοντας ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί πλέον τους προστατευτικούς δασμούς βασικό εργαλείο της βιομηχανικής και εμπορικής της πολιτικής.
Η κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά έρχεται σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει ήδη πιέσεις από γεωπολιτικές συγκρούσεις, αυξημένο κόστος παραγωγής και αναδιάρθρωση των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η καναδική κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει την οικονομική ανθεκτικότητα της χώρας και να περιορίσει την εξάρτηση από τις αμερικανικές αγορές.
Η νέα παρέμβαση της Οττάβας θεωρείται από αναλυτές μία από τις σημαντικότερες βιομηχανικές και εμπορικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών, καθώς συνδυάζει άμεση οικονομική ενίσχυση, προστασία της παραγωγής και στρατηγική αναδιάρθρωση της καναδικής οικονομίας απέναντι στις μεταβαλλόμενες διεθνείς ισορροπίες.




