Η ενίσχυση της εγχώριας μεταποίησης αγροτικών προϊόντων αποτελεί βασική προτεραιότητα της νέας στρατηγικής της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για τη διατροφική ασφάλεια, με στόχο τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, την αύξηση της προστιθέμενης αξίας της καναδικής παραγωγής και τον περιορισμό της εξάρτησης από το εξωτερικό.
Σήμερα, σημαντικό μέρος των αγροτικών προϊόντων που παράγονται στον Καναδά εξάγεται για επεξεργασία σε άλλες χώρες και στη συνέχεια επιστρέφει στην καναδική αγορά ως τελικό προϊόν. Η πρακτική αυτή, σύμφωνα με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, στερεί από την καναδική οικονομία σημαντικά έσοδα και περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης της εγχώριας μεταποιητικής βιομηχανίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παραγωγή σόγιας. Αν και ο Καναδάς συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους παραγωγούς παγκοσμίως, περισσότερο από το 70% της παραγωγής εξάγεται χωρίς να μεταποιείται εντός της χώρας. Η εταιρεία New Protein International, που εδρεύει στο Οντάριο, επιχειρεί να αλλάξει αυτή την εικόνα, αναπτύσσοντας τεχνολογία για την παραγωγή απομονωμένης πρωτεΐνης σόγιας, ενός συστατικού που χρησιμοποιείται ευρέως σε βρεφικά γάλατα, διατροφικά συμπληρώματα και προϊόντα υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη.
Οι ιδρυτές της εταιρείας υποστηρίζουν ότι ο Καναδάς μπορεί να αξιοποιήσει πολύ περισσότερο την αγροτική του παραγωγή, δημιουργώντας μονάδες μεταποίησης που θα παράγουν προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας αντί να εξάγει πρώτες ύλες.
Η ίδια εικόνα παρατηρείται και στον κλάδο των αγγουριών για τουρσί. Μετά το κλείσιμο μονάδων επεξεργασίας γνωστών εταιρειών στον Καναδά, πολλοί παραγωγοί του Οντάριο αναγκάζονται να στέλνουν τη σοδειά τους στις Ηνωμένες Πολιτείες για επεξεργασία. Στη συνέχεια, τα προϊόντα επιστρέφουν στην καναδική αγορά και συχνά χαρακτηρίζονται ως αμερικανικής παραγωγής, παρότι οι πρώτες ύλες προέρχονται εξ ολοκλήρου από καναδικές καλλιέργειες.
Παραγωγοί επισημαίνουν ότι η εξέλιξη αυτή έχει επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση για ορισμένα προϊόντα, ενώ αποδίδουν τη μεταφορά της μεταποίησης στις Ηνωμένες Πολιτείες στο υψηλότερο κόστος λειτουργίας και στις αυστηρότερες κανονιστικές απαιτήσεις που ισχύουν στον Καναδά.
Η νέα Εθνική Στρατηγική για τη Διατροφική Ασφάλεια προβλέπει επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων με στόχο την ενίσχυση της εγχώριας μεταποίησης. Η κυβέρνηση φιλοδοξεί να αυξήσει το ποσοστό των τροφίμων που καταναλώνονται στον Καναδά και έχουν υποστεί επεξεργασία εντός της χώρας από 70% σε 80%, χωρίς όμως να έχει ανακοινώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη του στόχου.
Οργανισμοί του αγροδιατροφικού τομέα εκτιμούν ότι, με τις κατάλληλες επενδύσεις σε υποδομές, τεχνολογία και παραγωγικές εγκαταστάσεις, η καναδική οικονομία θα μπορούσε να ενισχυθεί κατά περίπου 25 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, μέσω της ανάπτυξης της βιομηχανίας μεταποίησης φυτικών πρωτεϊνών και άλλων αγροδιατροφικών προϊόντων.
Τη σημασία του κλάδου υπογραμμίζει και η επιχειρηματίας Arlene Dickinson, γνωστή από την τηλεοπτική εκπομπή Dragon’s Den, η οποία επισημαίνει ότι η βιομηχανία μεταποίησης τροφίμων και ποτών αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη της μεταποιητικής βιομηχανίας του Καναδά. Σύμφωνα με ομοσπονδιακά στοιχεία, ο κλάδος απασχολούσε περίπου 318.000 εργαζομένους το 2024.
Η ίδια θεωρεί ότι ο Καναδάς πρέπει να επενδύσει περισσότερο στη δημιουργία εργοστασίων μεταποίησης και παραγωγής τελικών προϊόντων, ώστε να διατηρεί μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αξίας που δημιουργεί ο πρωτογενής τομέας και να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη διατροφική ασφάλεια της χώρας.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία ο Καναδάς επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή του από ξένες αγορές και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας του απέναντι στις διεθνείς εμπορικές αναταράξεις. Για πολλούς αναλυτές, η μεταποίηση περισσότερων καναδικών προϊόντων εντός της χώρας αποτελεί όχι μόνο σημαντική οικονομική ευκαιρία, αλλά και μια στρατηγική επένδυση που μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της καναδικής αγροδιατροφής και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της καναδικής οικονομίας.




