Ο Μεγαλύτερος Εχθρός του Ελληνισμού Είμαστε Εμείς;

Σημείωμα της Εκδότριας

Η Greek Press αποτελεί μια εφημερίδα με τη δική της ιστορία και διαδρομή στον ελληνισμό του Καναδά. Από τον Ιανουάριο του 2026 έχω την τιμή και την ευθύνη να συνεχίζω αυτή τη διαδρομή ως ιδιοκτήτρια και εκδότριά της, με βαθύ σεβασμό προς όσους συνέβαλαν στη δημιουργία και την πορεία της μέχρι σήμερα.

Το παρόν editorial δεν αποτελεί ειδησεογραφικό κείμενο ούτε αποσκοπεί στην καταγραφή γεγονότων με τη μορφή της δημοσιογραφικής είδησης. Πρόκειται για ένα άρθρο γνώμης, στο οποίο κατατίθενται προσωπικές σκέψεις και προβληματισμοί γύρω από ζητήματα που αφορούν τον ελληνισμό του Καναδά και τη συλλογική μας πορεία. Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης. Η δημοσιογραφία υπηρετεί την τεκμηριωμένη παρουσίαση των γεγονότων· η αρθρογραφία υπηρετεί τον δημόσιο διάλογο μέσα από την ανάλυση, τον προβληματισμό και την ελεύθερη διατύπωση άποψης.

Θα ήθελα επίσης να διευκρινίσω ότι, όπου στο κείμενο γίνεται αναφορά στην «ελληνική κοινότητα», στην «παροικία» ή στον «ελληνισμό του Καναδά», οι όροι χρησιμοποιούνται αποκλειστικά με την κοινωνιολογική τους έννοια και αναφέρονται στο σύνολο της ομογένειας: στους ανθρώπους, στις οικογένειες, στις ενορίες, στα σχολεία, στους πολιτιστικούς και κοινωνικούς οργανισμούς, στις επιχειρήσεις, στα μέσα ενημέρωσης και σε κάθε φορέα που συνθέτει τον δημόσιο βίο του ελληνισμού στον Καναδά. Σε καμία περίπτωση οι όροι αυτοί δεν αναφέρονται ή υπονοούν τον ομώνυμο οργανισμό “Ελληνική Κοινότητα”.

Το editorial αυτό δεν γράφτηκε για να καταδείξει ενόχους ούτε για να διχάσει. Γράφτηκε με την ελπίδα ότι θα αποτελέσει αφορμή για έναν ειλικρινή διάλογο. Γιατί οι κοινότητες προχωρούν μόνο όταν έχουν το θάρρος να συζητούν, με σεβασμό και ειλικρίνεια, ακόμη και τα πιο δύσκολα ζητήματα που τις αφορούν.

Η Δύσκολη Συζήτηση που Οφείλουμε να Κάνουμε

Υπάρχουν ορισμένες συζητήσεις που κάθε κοινωνία αποφεύγει. Όχι επειδή δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν, αλλά επειδή απαιτούν κάτι πολύ πιο δύσκολο από την κριτική προς τους άλλους: απαιτούν αυτοκριτική. Είναι πάντα ευκολότερο να αποδώσουμε τις δυσκολίες μας στις εξωτερικές συνθήκες, στις πολιτικές εξελίξεις, στην οικονομία ή στις αλλαγές της εποχής, παρά να αναρωτηθούμε αν μέρος της ευθύνης βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε εμείς οι ίδιοι.

Η ελληνική παροικία του Καναδά δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίθετα, ως κοινότητα, όπου οι περισσότεροι λίγο-πολύ γνωριζόμαστε μεταξύ μας, οι συμπεριφορές μας έχουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ ό,τι ίσως αντιλαμβανόμαστε. Σε μια μεγάλη κοινωνία, μια κακή νοοτροπία μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Σε μια μικρή παροικία, όμως, μπορεί να καθορίσει το κλίμα, να επηρεάσει ανθρώπους, να αποθαρρύνει πρωτοβουλίες και, τελικά, να επηρεάσει το ίδιο το μέλλον της ελληνο-καναδικής κοινωνίας.

Πριν προχωρήσω, αισθάνομαι την ανάγκη να ξεκαθαρίσω το εξής. Το άρθρο αυτό δεν γράφεται για να μηδενίσει την προσφορά της ομογένειας ούτε για να αμφισβητήσει το έργο ανθρώπων που αφιέρωσαν τη ζωή τους στον ελληνισμό του Καναδά, όπως ίσως κάποιοι κακοπροαίρετα σπεύσουν να ερμηνεύσουν. Αν σήμερα υπάρχουν εκκλησίες, σχολεία, οργανισμοί, πολιτιστικοί φορείς, επιχειρήσεις και μέσα ενημέρωσης, αυτό οφείλεται στις θυσίες προηγούμενων γενεών. Είναι άνθρωποι που εργάστηκαν σκληρά, συχνά κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, για να δημιουργήσουν μια κοινότητα που κράτησε ζωντανή τη γλώσσα, τις παραδόσεις και την ταυτότητά μας μακριά από την πατρίδα. Το έργο τους αξίζει σεβασμό και αναγνώριση.

Ο σεβασμός, όμως, προς το παρελθόν δεν μπορεί να σημαίνει σιωπή για το παρόν. Αν αγαπάμε πραγματικά την παροικία μας, έχουμε υποχρέωση να μιλήσουμε και για όσα δεν λειτουργούν. Όχι για να καταλογίσουμε ευθύνες, αλλά γιατί οι κοινότητες που εξελίσσονται είναι εκείνες που έχουν το θάρρος να συζητούν ανοιχτά ακόμη και τις αδυναμίες τους.

Τα τελευταία χρόνια γίνεται συχνά λόγος για την αφομοίωση των νεότερων γενεών, για τη μείωση της χρήσης της ελληνικής γλώσσας ή για τη σταδιακή απομάκρυνση των νέων από τους οργανισμούς της ομογένειας. Πρόκειται για πραγματικές προκλήσεις. Εκείνο που συζητούμε πολύ λιγότερο είναι το κλίμα που εμείς οι ίδιοι διαμορφώνουμε μέσα στην παροικία μας.

Γιατί, δυστυχώς, πολλές φορές δεν δυσκολευόμαστε να κρίνουμε, αλλά δυσκολευόμαστε να στηρίξουμε.

Σχεδόν κάθε νέα προσπάθεια, μια πολιτιστική εκδήλωση, μια κοινωνική πρωτοβουλία, μια νέα επιχείρηση, ένας νέος οργανισμός ή ακόμη και ένας άνθρωπος που αποφασίζει να προσφέρει, συνοδεύεται από μια γνώριμη αντίδραση. Δημόσια θα ακούσει συγχαρητήρια και ευχές. Ιδιωτικά, όμως, πολύ συχνά θα ακολουθήσουν οι συγκρίσεις, οι αμφισβητήσεις και οι γνωστές φράσεις που όλοι, λίγο ή πολύ, έχουμε ακούσει: «Εμείς το κάναμε καλύτερα», «Δεν είναι κάτι σπουδαίο», «Να δούμε πόσο θα κρατήσει».

Η κριτική είναι απαραίτητη. Χωρίς κριτική δεν υπάρχει εξέλιξη. Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην καλόπιστη κριτική, που αποσκοπεί στη βελτίωση, και στην απαξίωση, που αποσκοπεί στη μείωση της αξίας της προσπάθειας του άλλου. Η πρώτη αποτελεί πράξη ευθύνης. Η δεύτερη λειτουργεί αποθαρρυντικά και διαβρώνει σταδιακά την εμπιστοσύνη που χρειάζεται κάθε κοινωνία για να προχωρήσει.

Ίσως η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της νοοτροπίας να βρίσκεται σε μια παλιά ελληνική παροιμία: «Να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα». Για χρόνια τη χρησιμοποιούμε με χιούμορ, σαν μια αδυναμία του χαρακτήρα μας που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Όταν, όμως, αυτή η λογική αρχίζει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε κάθε νέα προσπάθεια, παύει να είναι αστείο. Γίνεται εμπόδιο.

Σε μια μικρή παροικία, κάθε άνθρωπος που απογοητεύεται, κάθε νέα ιδέα που εγκαταλείπεται και κάθε πρωτοβουλία που δεν βρίσκει στήριξη αποτελεί απώλεια για όλους μας. Δεν περισσεύει κανείς. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να αποθαρρύνουμε ανθρώπους που θέλουν να δημιουργήσουν, επειδή δεν ανήκουν στον δικό μας κύκλο, επειδή έχουν διαφορετικές ιδέες ή επειδή απλώς είναι καινούργιοι.

Η δύναμη μιας κοινωνίας δεν μετριέται μόνο από το παρελθόν της. Μετριέται από την ικανότητά της να γεννά συνεχώς νέες ιδέες, νέους ανθρώπους και νέες πρωτοβουλίες. Όταν αυτό το περιβάλλον αντικαθίσταται από καχυποψία, εσωστρέφεια και προσωπικές αντιπαραθέσεις, τότε το πρόβλημα δεν αφορά έναν οργανισμό ή ένα πρόσωπο. Αφορά το σύνολο του ελληνισμού.

Ίσως, λοιπόν, πριν αναζητήσουμε τους λόγους για τους οποίους οι νέοι απομακρύνονται, οι εθελοντές λιγοστεύουν ή οι πρωτοβουλίες δυσκολεύονται να αναπτυχθούν, να αξίζει να κάνουμε μια πιο ειλικρινή ερώτηση προς τον εαυτό μας: είμαστε πραγματικά μια παροικία που ενθαρρύνει τη δημιουργία ή, άθελά μας, έχουμε δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η κριτική προηγείται της στήριξης και η καχυποψία της εμπιστοσύνης;

Δεν γράφω αυτές τις σκέψεις επειδή πιστεύω ότι η παροικία μας υστερεί. Τις γράφω επειδή πιστεύω ότι μπορεί να γίνει ακόμη καλύτερη. Και αυτό θα συμβεί μόνο αν βρούμε το θάρρος να κάνουμε τη δύσκολη συζήτηση που, ίσως, αποφεύγαμε για χρόνια. Γιατί οι κοινότητες δεν αποδυναμώνονται όταν κάνουν αυτοκριτική. Αποδυναμώνονται όταν σταματούν να την κάνουν.

Και, τελικά, το μέλλον του ελληνισμού δεν θα εξαρτηθεί μόνο από όσα μας κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές. Θα εξαρτηθεί από τις επιλογές που κάνουμε εμείς σήμερα και από το αν θα δημιουργήσουμε μια παροικία που θα εμπνέει τους επόμενους να συνεχίσουν αυτό που παραλάβαμε.

Οι Κοινότητες δεν Κληρονομούνται. Χτίζονται.

Αν υπάρχει ένα ερώτημα που επανέρχεται σχεδόν σε κάθε συζήτηση για το μέλλον της παροικίας, αυτό είναι το εξής: «Πού είναι οι νέοι;».

Το ακούμε συχνά στα διοικητικά συμβούλια των οργανισμών, στις γενικές συνελεύσεις, στις εκδηλώσεις και στις ανεπίσημες συζητήσεις μεταξύ ανθρώπων που αγωνιούν πραγματικά για το αύριο του ελληνισμού στον Καναδά. Είναι μια αγωνία απολύτως δικαιολογημένη. Ίσως όμως, εδώ και χρόνια, αναζητούμε την απάντηση στο λάθος σημείο.

Η εύκολη εξήγηση είναι ότι οι νέοι έχουν αλλάξει. Ότι η εποχή είναι διαφορετική, ότι οι προτεραιότητές τους δεν είναι οι ίδιες ή ότι η ελληνική ταυτότητα δεν αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της ζωής τους. Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη.

Από τη δική μου εμπειρία, βλέπω μια νέα γενιά που εξακολουθεί να αναζητά την ταυτότητά της. Νέους ανθρώπους που θέλουν να μάθουν ελληνικούς χορούς, να μιλήσουν τη γλώσσα των παππούδων τους, να ταξιδέψουν στην Ελλάδα, να γνωρίσουν την ιστορία τους και να αισθανθούν ότι ανήκουν σε μια κοινότητα με βαθιές ρίζες. Το ενδιαφέρον υπάρχει. Εκείνο που συχνά λείπει είναι η αίσθηση ότι υπάρχει πραγματικός χώρος για αυτούς.

Για πολλά χρόνια επαναλαμβάνουμε ότι θέλουμε τη συμμετοχή των νέων. Η συμμετοχή, όμως, δεν εξαντλείται στην παρουσία. Δεν αρκεί να ζητάμε από έναν νέο άνθρωπο να βοηθήσει σε μια εκδήλωση ή να προσφέρει εθελοντικά τον χρόνο του. Αν πραγματικά θέλουμε να εξασφαλίσουμε τη συνέχεια των οργανισμών μας, πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να μοιραστούμε μαζί του την ευθύνη, να ακούσουμε τις ιδέες του και, κυρίως, να του επιτρέψουμε να αναλάβει πρωτοβουλίες.

Η ηγεσία δεν αποδεικνύεται από το πόσο καιρό παραμένει κάποιος σε μια θέση. Αποδεικνύεται από το αν αφήνει πίσω του ανθρώπους ικανούς να συνεχίσουν το έργο του. Κανένας οργανισμός δεν γίνεται ισχυρότερος όταν εξαρτάται αποκλειστικά από λίγα πρόσωπα. Γίνεται ισχυρότερος όταν δημιουργεί διαδοχή, όταν μεταδίδει γνώση και όταν αντιμετωπίζει την ανανέωση όχι ως απειλή, αλλά ως φυσική συνέχεια της πορείας του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εμπειρία των παλαιότερων πρέπει να παραμεριστεί. Αντίθετα. Η εμπειρία είναι ίσως το σημαντικότερο κεφάλαιο που διαθέτει η παροικία μας. Χάνει όμως την αξία της όταν μετατρέπεται σε λόγο στασιμότητας αντί για πηγή καθοδήγησης. Οι άνθρωποι που έχτισαν τους θεσμούς μας δεν το έκαναν για να παραμείνουν αμετάβλητοι στον χρόνο. Το έκαναν για να έχουν συνέχεια.

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη διάσταση που συχνά παραβλέπουμε.

Πόσες φορές ένας νέος άνθρωπος που αποφασίζει να ασχοληθεί με την παροικία δεν ακούει, σχεδόν από την πρώτη κιόλας ημέρα, συμβουλές για το ποιον πρέπει να αποφεύγει, ποιον δεν πρέπει να εμπιστεύεται ή ποια προσπάθεια δεν αξίζει να στηρίξει; Πόσες φορές, αντί να τον αφήσουμε να γνωρίσει μόνος του τους ανθρώπους και να διαμορφώσει τη δική του κρίση, του μεταφέρουμε προσωπικές διαφωνίες και αντιπαλότητες που κουβαλά η δική μας γενιά; Με αυτόν τον τρόπο δεν μεταφέρουμε εμπειρία. Μεταφέρουμε προκαταλήψεις.

Το αναφέρω αυτό και από προσωπική εμπειρία. Από τον Ιανουάριο του 2026, όταν ανέλαβα την ιδιοκτησία και την έκδοση της Greek Press, γνώρισα ανθρώπους που με υποδέχθηκαν με γενναιοδωρία, μοιράστηκαν μαζί μου την ιστορία της εφημερίδας και της παροικίας και με βοήθησαν να κατανοήσω καλύτερα την ελληνο-καναδική κοινότητα που σήμερα έχω την τιμή να υπηρετώ. Τους ευγνωμονώ πραγματικά.

Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις όπου, αντί για μια συζήτηση γύρω από το μέλλον, βρέθηκα να ακούω περισσότερο για το παρελθόν. Για ανθρώπους που «δεν πρέπει» να πλησιάσω, για οργανισμούς που «δεν αξίζει» να στηρίξω ή για προσωπικές διαφορές που κρατούν χρόνια. Εκεί συνειδητοποίησα ότι, πολλές φορές, δεν δυσκολευόμαστε να υποδεχθούμε έναν νέο άνθρωπο. Δυσκολευόμαστε να τον αφήσουμε να δημιουργήσει τη δική του διαδρομή.

Καμία γενιά δεν έχει το δικαίωμα να κληροδοτεί στις επόμενες όχι μόνο τα επιτεύγματά της, αλλά και τις διαφωνίες της. Οι νέοι έχουν δικαίωμα να γνωρίσουν μόνοι τους τους ανθρώπους, να αξιολογήσουν μόνοι τους τις προσπάθειες και να οικοδομήσουν τις δικές τους συνεργασίες. Αν πραγματικά επιθυμούμε την ανανέωση, οφείλουμε να τους δώσουμε αυτή την ελευθερία.

Το μέλλον της παροικίας δεν θα εξαρτηθεί από το αν θα συμφωνούμε όλοι μεταξύ μας. Θα εξαρτηθεί από το αν θα δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον όπου οι νέοι θα αισθάνονται ότι μπορούν να προσφέρουν, να κάνουν λάθη, να εξελιχθούν και, κάποια ημέρα, να αναλάβουν οι ίδιοι την ευθύνη της συνέχειας.

Γιατί καμία κοινωνία δεν επιβιώνει μόνο χάρη στο ένδοξο παρελθόν της. Επιβιώνει επειδή κάθε γενιά αποφασίζει να χτίσει πάνω σε αυτό και οι κοινότητες, τελικά, δεν κληρονομούνται. Χτίζονται.

Η Ελευθερία του Λόγου Δεν Είναι Διαπραγματεύσιμη

Η ποιότητα μιας δημοκρατικής κοινωνίας δεν κρίνεται όταν όλοι συμφωνούν. Κρίνεται όταν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και διαφορετικές φωνές που μπορούν να συνυπάρχουν με σεβασμό, χωρίς να επιχειρεί η μία να φιμώσει την άλλη. Η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία του Τύπου δεν αποτελούν προνόμια των δημοσιογράφων ούτε δικαιώματα των εκδοτών. Αποτελούν θεμελιώδεις αρχές κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και διασφαλίζουν το δικαίωμα του πολίτη να ενημερώνεται, να σκέφτεται και να διαμορφώνει ελεύθερα τη δική του κρίση.

Το ίδιο ισχύει και για τη δική μας παροικία.

Οι διαφωνίες είναι φυσιολογικές. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις είναι υγιείς και, πολλές φορές, απαραίτητες. Καμία κοινότητα ανθρώπων δεν προχωρά όταν όλοι σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Προχωρά όταν μπορεί να συζητά, να διαφωνεί και να συνθέτει απόψεις με σεβασμό και επιχειρήματα. Εκεί όπου αρχίζει το πρόβλημα είναι όταν η διαφωνία μετατρέπεται σε προσπάθεια ελέγχου του δημόσιου λόγου. Όταν, αντί να αντιπαραθέτουμε επιχειρήματα, επιχειρούμε να καθορίσουμε ποια θέματα πρέπει να συζητούνται και ποια όχι.

Έχω διαπιστώσει ότι αρκετές φορές υπάρχει η αντίληψη πως μια εφημερίδα μπορεί ή και οφείλει να προσαρμόζει το περιεχόμενό της ανάλογα με τις επιθυμίες ή τις ευαισθησίες συγκεκριμένων ανθρώπων ή οργανισμών. Άλλοτε αυτό εκφράζεται ως μια φιλική προτροπή, άλλοτε ως έντονη διαφωνία και άλλοτε ως πίεση να μη δημοσιευθεί ένα θέμα ή να αποφευχθεί μια συγκεκριμένη συζήτηση.

Η θέση μας είναι ξεκάθαρη.

Η The Greek Press θα υπηρετεί πάντοτε τη δημοσιογραφία με σεβασμό στη δεοντολογία, στη διασταύρωση των πληροφοριών και στην αντικειμενική παρουσίαση των γεγονότων. Παράλληλα, θα συνεχίσει να φιλοξενεί αρθρογραφία και editorial που εκφράζουν άποψη, προβληματισμό και δημόσιο διάλογο. Γιατί η δημοσιογραφία και η αρθρογραφία δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Η δημοσιογραφία καταγράφει τα γεγονότα. Η αρθρογραφία τα αναλύει, τα ερμηνεύει και καταθέτει μια θέση. Το κείμενο που διαβάζετε αποτελεί άρθρο γνώμης. Δεν ζητά από τον αναγνώστη να συμφωνήσει μαζί του. Ζητά μόνο να έχει το δικαίωμα να διατυπώσει έναν προβληματισμό, όπως ακριβώς κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να συμφωνήσει, να διαφωνήσει ή να αντιπροτείνει τη δική του θέση.

Η διαφωνία είναι αναφαίρετο δικαίωμα. Η λογοκρισία δεν μπορεί να είναι.

Αντίστοιχα φυσικά, δεν θα επιτρέψουμε να δημοσιεύονται κείμενα που η προσωπική γνώμη ισορροπεί με την τοξικότητα, την ανακρίβεια και αρχές που δεν πρεσβεύουν την εφημερίδα μας και προσβάλουν την κοινή γνώμη. Οι προβληματισμοί και το να θέτουμε ερωτήματα είναι υποχρεωσή μας. Ο αρνητικός επικριτισμός όμως δεν έχει χώρο εδω.

Υπάρχει, όμως, και μια ακόμη πρακτική που θεωρώ ότι αξίζει να μας προβληματίσει. Είναι η επιλεκτική αντιμετώπιση των μέσων ενημέρωσης από ορισμένους οργανισμούς ή φορείς της παροικίας. Δεν είναι λίγες οι φορές που δημόσιες εκδηλώσεις, συνεντεύξεις Τύπου ή σημαντικές ανακοινώσεις απευθύνονται μόνο σε συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης, ενώ άλλα αποκλείονται, όχι βάσει αντικειμενικών κριτηρίων αλλά εξαιτίας προσωπικών σχέσεων, συμπαθειών, αντιπαθειών ή παλαιότερων διαφωνιών.

Μια τέτοια πρακτική καλλιεργεί μια κουλτούρα αποκλεισμών που δεν ωφελεί κανέναν. Οι οργανισμοί δεν υπάρχουν για να επιβραβεύουν τους «φίλους» και να αποκλείουν όσους θεωρούν λιγότερο αρεστούς. Υπάρχουν για να υπηρετούν την αποστολή τους και, κατ’ επέκταση, ολόκληρη την ελληνική παροικία. Όταν μια δράση αφορά το κοινωνικό σύνολο, η ενημέρωση δεν μπορεί να γίνεται επιλεκτικά. Η πρόσβαση όλων των μέσων στην πληροφόρηση δεν αποτελεί χάρη προς τους εκδότες ή τους δημοσιογράφους. Αποτελεί σεβασμό προς τους ίδιους τους πολίτες, οι οποίοι έχουν δικαίωμα να ενημερώνονται μέσα από διαφορετικές πηγές.

Η ευθύνη για το περιεχόμενο μιας εφημερίδας ανήκει αποκλειστικά στον εκδότη και στη συντακτική της ομάδα. Εκείνοι λογοδοτούν στους αναγνώστες τους, στη νομοθεσία και στους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Όχι στις προσωπικές επιθυμίες, στις φιλίες ή στις διαφωνίες οποιουδήποτε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μια εφημερίδα είναι υπεράνω κριτικής. Αντίθετα. Η εποικοδομητική κριτική είναι απαραίτητη και αποτελεί βασικό στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Όταν γίνεται με επιχειρήματα και σεβασμό, βοηθά όλους να γίνουν καλύτεροι. Εκείνο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι η απαίτηση να αποσιωπηθούν γεγονότα ή να περιοριστεί ο δημόσιος διάλογος επειδή κάποιοι θεωρούν ότι τους ενοχλεί.

Η The Greek Press έχει ιστορία. Προϋπήρχε της δικής μου παρουσίας και, εύχομαι, θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από εμένα. Η δική μου ευθύνη είναι να διαφυλάξω την ανεξαρτησία της, να σεβαστώ την ιστορία της και να υπηρετήσω τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκε: να ενημερώνει με αξιοπιστία, να φιλοξενεί διαφορετικές απόψεις και να συμβάλλει σε έναν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο.

Γιατί, τελικά, η ελευθερία του λόγου δεν προστατεύει μόνο εκείνον που γράφει.

Προστατεύει, πάνω απ’ όλα, το δικαίωμα κάθε πολίτη να ενημερώνεται, να ακούει διαφορετικές φωνές και να διαμορφώνει μόνος του τη δική του άποψη.

Και αυτό είναι ένα δικαίωμα που δεν μπορεί και δεν πρέπει να τίθεται ποτέ υπό διαπραγμάτευση.

Η Πολυφωνία Είναι Δύναμη, Όχι Απειλή

Από τότε που ανέλαβα την The Greek Press, έχω ακούσει αρκετές φορές ανθρώπους να μιλούν απαξιωτικά για άλλα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Άλλοτε με διάθεση σύγκρισης, άλλοτε με ειρωνεία και άλλοτε θεωρώντας σχεδόν αυτονόητο ότι, επειδή σήμερα βρίσκομαι στη θέση της εκδότριας, θα έπρεπε να αντιμετωπίζω τα υπόλοιπα μέσα ως ανταγωνιστές.

Η θέση μου είναι ξεκάθαρη. Δεν συμφωνώ.

Και για όσο διαστημα έχω την ευθύνη της The Greek Press, δεν πρόκειται να συμβάλω ποτέ στη λογική της απαξίωσης οποιουδήποτε ελληνικού μέσου ενημέρωσης.

Μπορεί να διαφωνούμε στον τρόπο που προσεγγίζουμε την ενημέρωση. Μπορεί να έχουμε διαφορετική αισθητική, διαφορετική εκδοτική φιλοσοφία ή διαφορετικές προτεραιότητες. Αυτές οι διαφορές είναι απολύτως θεμιτές. Αυτό ακριβώς σημαίνει πολυφωνία. Εκείνο που δεν μπορώ να αποδεχθώ είναι η αντίληψη ότι για να επιβιώσει ή να αναπτυχθεί ένα μέσο πρέπει να αποδυναμωθεί κάποιο άλλο.

Η ελληνική παροικία του Καναδά είναι μικρή. Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται όσο το δυνατόν περισσότερες σοβαρές φωνές. Κάθε εφημερίδα που συνεχίζει να εκδίδεται, κάθε ραδιοφωνική εκπομπή που εξακολουθεί να εκπέμπει, κάθε τηλεοπτική παραγωγή, κάθε ενημερωτική ιστοσελίδα και κάθε υπεύθυνη δημοσιογραφική προσπάθεια αποτελεί μέρος της συλλογικής φωνής του ελληνισμού.

Δεν υπηρετούν όλες τον ίδιο ρόλο, δεν απευθύνονται όλες στο ίδιο κοινό και αυτό είναι υγιές. Η πολυφωνία δεν αποδυναμώνει μια κοινωνία, την ενισχύει. Δείχνει ότι υπάρχει δημόσιος διάλογος, διαφορετικές προσεγγίσεις και ένας ελληνισμός που παραμένει ζωντανός, δημιουργικός και ενεργός.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι οργανισμοί, οι επιχειρήσεις και οι φορείς της παροικίας έχουν και αυτοί μια ευθύνη. Να αντιμετωπίζουν όλα τα μέσα ενημέρωσης με τον ίδιο σεβασμό. Να αντιλαμβάνονται ότι κάθε μέσο επικοινωνεί με διαφορετικούς ανθρώπους και ότι η ενημέρωση της παροικίας δεν μπορεί να γίνεται με προσωπικά κριτήρια ή επιλεκτικές συνεργασίες.

Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε όλοι μεταξύ μας, χρειάζεται, όμως, να αναγνωρίζουμε ότι ο καθένας υπηρετεί, με τον δικό του τρόπο, τον ίδιο ευρύτερο σκοπό: να κρατήσει τον ελληνισμό παρόντα, ορατό και ενεργό στον Καναδά.

Το ίδιο ισχύει και πέρα από τα μέσα ενημέρωσης. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις νέες επιχειρήσεις, τις νέες ιδέες ή τους νέους οργανισμούς. Κάθε σοβαρή προσπάθεια που δημιουργείται μέσα στην παροικία δεν αφαιρεί χώρο από τους υπόλοιπους. Προσθέτει αξία στο σύνολο. Δημιουργεί νέες συνεργασίες, νέες ευκαιρίες και νέες δυνατότητες για όλους.

Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που αξίζει να σκεφτούμε. Οι ίδιοι άνθρωποι που σήμερα απαξιώνουν ένα άλλο μέσο ενημέρωσης, μια άλλη επιχείρηση ή μια διαφορετική προσπάθεια, αύριο ενδέχεται να κάνουν ακριβώς το ίδιο και για τη δική μας. Η κουλτούρα της απαξίωσης δεν έχει μόνιμους στόχους ούτε μόνιμους συμμάχους. Απλώς αλλάζει πρόσωπα. Γι’ αυτό και δεν έχει νόημα να τη χειροκροτούμε όταν στρέφεται εναντίον κάποιου άλλου. Γιατί, αργά ή γρήγορα, θα στραφεί εναντίον οποιουδήποτε προσπαθεί να δημιουργήσει. Αν πραγματικά θέλουμε μια ισχυρή και ενωμένη παροικία, οφείλουμε να απορρίψουμε αυτή τη νοοτροπία συνολικά και όχι μόνο όταν μας αγγίζει προσωπικά.

Η ιστορία της ελληνικής διασποράς δεν γράφτηκε από ανθρώπους που περίμεναν να αποτύχει ο διπλανός τους. Γράφτηκε από ανθρώπους που δημιούργησαν. Που τόλμησαν. Που συνεργάστηκαν. Και που κατάλαβαν ότι η επιτυχία του ενός μπορεί να ανοίξει δρόμους και για τους υπόλοιπους.

Ίσως, λοιπόν, έχει έρθει η στιγμή να αφήσουμε πίσω μας τη λογική της σύγκρισης και της αντιπαλότητας, να σταματήσουμε να μετράμε ποιος έχει μεγαλύτερη επιρροή, περισσότερους αναγνώστες ή μεγαλύτερη προβολή και να αρχίσουμε να μετράμε κάτι πολύ πιο σημαντικό. Πόσο δυνατή είναι συνολικά η φωνή του ελληνισμού στον Καναδά.

Γιατί όσο περισσότερες αξιόπιστες φωνές διαθέτει μια παροικία, τόσο μεγαλύτερη είναι η παρουσία, η επιρροή και η δύναμή της μέσα στην κοινωνία όπου ζει. Η πολυφωνία δεν είναι πρόβλημα. Είναι προϋπόθεση μιας ώριμης, δημοκρατικής και ζωντανής κοινότητας, και όσο πιο γρήγορα το κατανοήσουμε, τόσο πιο ισχυρό θα είναι το μέλλον που θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές.

Το Μέλλον δεν θα το Χτίσει Μόνος του Κανείς

Αν υπάρχει μία σκέψη που θα ήθελα να μείνει στον αναγνώστη μετά την ολοκλήρωση αυτού του άρθρου, είναι ότι το μέλλον της παροικίας μας δεν πρόκειται να καθοριστεί από ένα πρόσωπο, έναν οργανισμό, μια επιχείρηση ή ένα μέσο ενημέρωσης. Θα καθοριστεί από τη συλλογική μας στάση απέναντι σε όσα μας ενώνουν και, κυρίως, απέναντι σε όσα μας χωρίζουν.

Ο ελληνισμός του Καναδά δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι οι άνθρωποί του. Είναι οι πρώτοι μετανάστες που έφτασαν σε μια άγνωστη χώρα και εργάστηκαν ακούραστα για να δημιουργήσουν μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά τους. Είναι οι εθελοντές που κράτησαν ζωντανούς τους οργανισμούς μας. Είναι οι εκπαιδευτικοί που δίδαξαν την ελληνική γλώσσα, οι ιερείς που κράτησαν ζωντανή την πίστη μας, οι επιχειρηματίες που επένδυσαν στην κοινότητα, οι καλλιτέχνες που προβάλλουν τον πολιτισμό μας, οι δημοσιογράφοι που καταγράφουν την ιστορία της παροικίας, αλλά και οι νέοι άνθρωποι που σήμερα αναζητούν τη δική τους θέση μέσα σε αυτή.

Όλοι αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Κανείς δεν περισσεύει και κανείς δεν μπορεί μόνος του να εξασφαλίσει το μέλλον της ομογένειας.

Γι’ αυτό έχει έρθει η στιγμή να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλον. Να μάθουμε να χαιρόμαστε περισσότερο με την επιτυχία του διπλανού μας. Να στηρίζουμε περισσότερο τις νέες προσπάθειες. Να κάνουμε την κριτική μας με ειλικρίνεια αλλά και με διάθεση να βοηθήσουμε. Να δίνουμε χώρο στους νέους, χωρίς να αισθανόμαστε ότι απειλείται η δική μας προσφορά. Να συνεργαζόμαστε ακόμη και όταν δεν συμφωνούμε σε όλα.

Αυτό δεν είναι αφέλεια, είναι προϋπόθεση επιβίωσης, γιατί οι μεγαλύτερες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει ο ελληνισμός τα επόμενα χρόνια δεν θα ξεπεραστούν από έναν οργανισμό μόνο του. Ούτε από μια εφημερίδα. Ούτε από έναν πρόεδρο, έναν επιχειρηματία ή έναν εθελοντή. Θα ξεπεραστούν μόνο αν αποφασίσουμε ότι, παρά τις διαφορές μας, έχουμε έναν κοινό σκοπό. Να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές μια παροικία πιο δυνατή από αυτή που παραλάβαμε.

Ως νέα εκδότρια της The Greek Press, δεν θεωρώ ότι έχω όλες τις απαντήσεις. Ούτε πιστεύω ότι η δική μου άποψη είναι η μόνη σωστή. Πιστεύω όμως βαθιά ότι ο ρόλος μιας εφημερίδας δεν είναι να κολακεύει την κοινωνία που υπηρετεί. Είναι να ανοίγει συζητήσεις, ακόμη και όταν αυτές είναι δύσκολες. Να δίνει χώρο στον διάλογο. Να προβληματίζει. Να ενώνει περισσότερο απ’ όσο διχάζει.

Αυτός είναι ο στόχος αυτού του editorial. Όχι να αναζητήσει ενόχους, αλλά να μας καλέσει όλους σε μια στιγμή ειλικρινούς αυτοκριτικής, γιατί μόνο όταν αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες μας μπορούμε πραγματικά να χτίσουμε πάνω στις δυνάμεις μας.

Ο τίτλος αυτού του άρθρου διατυπώθηκε ως ερώτημα: «Ο Μεγαλύτερος Εχθρός του Ελληνισμού Είμαστε Εμείς;»

Ειλικρινά, ελπίζω πως όχι. Γιατί δεν πιστεύω ότι ο μεγαλύτερος εχθρός του ελληνισμού είναι οι ίδιοι οι άνθρωποί του. Πιστεύω ότι είναι οι συμπεριφορές που επιτρέπουμε να ριζώνουν ανάμεσά μας. Η καχυποψία αντί της εμπιστοσύνης. Η απαξίωση αντί της ενθάρρυνσης. Η αντιπαλότητα αντί της συνεργασίας. Η αδιαφορία αντί της συμμετοχής.

Αυτές είναι οι πραγματικές προκλήσεις που καλούμαστε να ξεπεράσουμε. Και τα καλά νέα είναι ότι, σε αντίθεση με τόσες άλλες προκλήσεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, αυτές εξαρτώνται αποκλειστικά από εμάς. Αν αλλάξουμε εμείς, μπορεί να αλλάξει και η παροικία.

Αν μάθουμε να στηρίζουμε περισσότερο, να ακούμε περισσότερο και να συνεργαζόμαστε περισσότερο, τότε δεν θα έχουμε απλώς μια πιο δυνατή ελληνική παροικία. Θα έχουμε δημιουργήσει μια παρακαταθήκη αντάξια εκείνων που μας την εμπιστεύθηκαν. Γιατί το μέλλον του ελληνισμού στον Καναδά δεν θα το χτίσει μόνος του κανείς.

Θα το χτίσουμε όλοι μαζί.

Related articles

Share article
spot_img
Latest articles