Η κατασκευή των πρώτων μικρών αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων (Small Modular Reactors – SMRs) στον Καναδά σηματοδοτεί μια νέα εποχή για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά παράλληλα αναζωπυρώνει τη συζήτηση γύρω από την ενεργειακή αυτονομία της χώρας.
Η επαρχία του Οντάριο έχει ήδη ξεκινήσει την κατασκευή του πρώτου από τους τέσσερις αντιδραστήρες BWRX-300 στις εγκαταστάσεις του πυρηνικού σταθμού Darlington, με στόχο ο πρώτος να τεθεί σε λειτουργία έως το τέλος του 2030 και οι υπόλοιποι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2030.
Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς καναδικούς αντιδραστήρες CANDU, οι οποίοι λειτουργούν με φυσικό ουράνιο που δεν απαιτεί εμπλουτισμό, οι νέοι αντιδραστήρες χρησιμοποιούν ουράνιο χαμηλού εμπλουτισμού. Αυτό σημαίνει ότι, παρότι το ουράνιο θα εξορύσσεται στον Καναδά από την εταιρεία Cameco και θα υποβάλλεται σε αρχική επεξεργασία στο Port Hope του Οντάριο, στη συνέχεια θα αποστέλλεται στις Ηνωμένες Πολιτείες για εμπλουτισμό. Επιπλέον, η κατασκευή των στοιχείων πυρηνικού καυσίμου θα πραγματοποιείται επίσης στις ΗΠΑ, ενώ προμηθευτές εμπλουτισμένου ουρανίου θα είναι και οι ευρωπαϊκές εταιρείες Orano (Γαλλία) και Urenco (Ηνωμένο Βασίλειο).
Η εξέλιξη αυτή διαφοροποιείται από τη φιλοσοφία πάνω στην οποία αναπτύχθηκε το πρόγραμμα CANDU τη δεκαετία του 1950. Η χρήση φυσικού ουρανίου είχε επιλεγεί ώστε ο Καναδάς να διαθέτει μια σχεδόν πλήρως εγχώρια αλυσίδα εφοδιασμού πυρηνικών καυσίμων, περιορίζοντας την εξάρτηση από άλλες χώρες.
Ο καθηγητής Ενεργειακής Πολιτικής στο York University, Mark Winfield, εκτιμά ότι η εξάρτηση από ξένες εγκαταστάσεις εμπλουτισμού δημιουργεί νέες γεωπολιτικές εξαρτήσεις και κινδύνους, καθώς μια διεθνής κρίση ή μια πολιτική αντιπαράθεση θα μπορούσε να επηρεάσει την προμήθεια πυρηνικών καυσίμων.
Από την πλευρά της, η Ontario Power Generation (OPG) υποστηρίζει ότι η συνεργασία με προμηθευτές από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο δημιουργεί μια διαφοροποιημένη και ανθεκτική αλυσίδα εφοδιασμού, περιορίζοντας τους κινδύνους πιθανών διακοπών στην προμήθεια καυσίμων.
Ο υπουργός Ενέργειας του Οντάριο, Stephen Lecce, δήλωσε ότι η επιλογή της αμερικανοϊαπωνικής τεχνολογίας έγινε επειδή δεν υπάρχει σήμερα εμπορικά διαθέσιμος καναδικός μικρός αρθρωτός αντιδραστήρας που να μπορεί να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες του ηλεκτρικού δικτύου. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι ο υπό ανάπτυξη καναδικός αντιδραστήρας CANDU Monark βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία αξιολόγησης και δεν ήταν διαθέσιμη επιλογή για το έργο του Darlington.
Πέρα από το ζήτημα της ενεργειακής ανεξαρτησίας, αρκετοί ειδικοί εκφράζουν επιφυλάξεις και για το οικονομικό σκέλος του εγχειρήματος. Ο καθηγητής του University of British Columbia, M.V. Ramana, υποστηρίζει ότι οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες παραμένουν ακριβότεροι ανά μονάδα παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας σε σύγκριση με τους μεγαλύτερους πυρηνικούς σταθμούς, ενώ σημειώνει ότι το έργο του Darlington θα αποτελέσει την πρώτη εμπορική εφαρμογή της συγκεκριμένης τεχνολογίας σε χώρα της G7.
Η εταιρεία GE Vernova, που σχεδίασε τον αντιδραστήρα BWRX-300, υποστηρίζει ότι η απλούστερη κατασκευή και τα παθητικά συστήματα ασφαλείας θα μειώσουν το κόστος λειτουργίας και συντήρησης. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις αυτές δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί στην πράξη, καθώς κανένας αντιδραστήρας του συγκεκριμένου τύπου δεν λειτουργεί ακόμη εμπορικά.
Η συζήτηση έχει επεκταθεί και στο ενδεχόμενο δημιουργίας μονάδας εμπλουτισμού ουρανίου στον Καναδά, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από το εξωτερικό. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει λάβει σχετική απόφαση, ωστόσο ανακοίνωσε ότι θα δημιουργήσει ειδική επιτροπή διαβούλευσης με τις επαρχίες και τη βιομηχανία για να εξετάσει τις μελλοντικές ανάγκες της χώρας στον τομέα των πυρηνικών καυσίμων.
Οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες αποτελούν βασικό στοιχείο του σχεδίου του Καναδά για την αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με χαμηλές εκπομπές άνθρακα. Παράλληλα, η νέα αυτή τεχνολογία αναζωπυρώνει τη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο ο Καναδάς μπορεί να διατηρήσει την ενεργειακή του αυτονομία, όταν κρίσιμα στάδια της παραγωγής πυρηνικού καυσίμου εξακολουθούν να βασίζονται σε υποδομές και προμηθευτές του εξωτερικού.
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τα επόμενα χρόνια για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας αναμένεται να επηρεάσουν όχι μόνο το ενεργειακό μείγμα του Καναδά, αλλά και τη στρατηγική της χώρας ως προς την ενεργειακή ασφάλεια και την τεχνολογική της αυτονομία.




