Η τελευταία κατάρρευση των εμπορικών συνομιλιών μεταξύ Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Είναι το τελευταίο κεφάλαιο μιας ιστορίας που άρχισε ουσιαστικά με την επιστροφή του Donald Trump στον Λευκό Οίκο και έκτοτε κρατά τον Καναδά σε μια σχεδόν μόνιμη κατάσταση διαπραγμάτευσης και αβεβαιότητας.
Δασμοί. Απειλές νέων δασμών. Αντίποινα. Προθεσμίες. Παρατάσεις. Συνομιλίες που αρχίζουν, σταματούν και ξαναρχίζουν. Συμφωνίες που φαίνονται κοντά και λίγες ώρες αργότερα απομακρύνονται.
Στο μεταξύ, επιχειρήσεις πρέπει να αποφασίσουν αν θα επενδύσουν. Βιομηχανίες πρέπει να προγραμματίσουν την παραγωγή τους. Εργαζόμενοι θέλουν να γνωρίζουν αν η δουλειά τους θα υπάρχει σε έξι μήνες. Και μια χώρα ολόκληρη χρειάζεται ένα στοιχειώδες επίπεδο προβλεψιμότητας για να σχεδιάσει το οικονομικό της μέλλον.
Κάπου εκεί έρχεται αναπόφευκτα το ερώτημα: μέχρι πότε;
Ο Καναδάς προσπάθησε να διαπραγματευτεί. Και συνέχισε να διαπραγματεύεται ακόμη και όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν δασμούς σε καναδικό χάλυβα, αλουμίνιο και αυτοκίνητα. Ακόμη και όταν η Ουάσιγκτον συνέδεσε εμπορικά μέτρα με άλλα ζητήματα. Ακόμη και όταν ο ίδιος ο Trump αμφισβήτησε δημόσια τη σημασία του CUSMA, της συμφωνίας που υπογράφηκε κατά την πρώτη δική του προεδρία και υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε ένα σταθερό πλαίσιο για το εμπόριο στη Βόρεια Αμερική.
Ο Καναδάς έκανε και παραχωρήσεις. Απέσυρε μέρος των ανταποδοτικών δασμών, αναζήτησε συμβιβασμούς και επέστρεψε ξανά και ξανά στο τραπέζι. Ακόμη και τις τελευταίες ημέρες, όταν μια συμφωνία φαινόταν πολύ κοντά, οι επαρχίες είχαν δεχθεί να επαναφέρουν αμερικανικά αλκοολούχα προϊόντα στα ράφια τους ως ένδειξη καλής θέλησης.
Και όμως, φτάσαμε ξανά στο ίδιο σημείο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κάθε δικαίωμα να επιδιώκουν αυτό που θεωρούν καλύτερο για την οικονομία και τους εργαζομένους τους. Ο Donald Trump εξελέγη υποσχόμενος ότι θα βάλει την Αμερική πρώτη και αυτή την πολιτική εφαρμόζει.
Αλλά υπάρχει και ένας Καναδάς στην άλλη πλευρά των συνόρων.
Και έχει ακριβώς το ίδιο δικαίωμα να προστατεύσει τη δική του οικονομία, τους δικούς του εργαζομένους και, πάνω απ’ όλα, την ικανότητά του να αποφασίζει ο ίδιος για το μέλλον του.
Αυτό είναι ίσως το πραγματικό νόημα της απόφασης του Mark Carney να αναστείλει τις συνομιλίες και να καλέσει τους Καναδούς διαπραγματευτές πίσω στην Οτάβα.
Δεν είναι απαραίτητα μια απόφαση ρήξης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι όμως μια αναγνώριση ότι η διαπραγμάτευση δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη κατάσταση.
Όταν οι όροι μπορούν να αλλάζουν την τελευταία στιγμή, όταν μια νέα απειλή δασμών βρίσκεται συνεχώς πάνω στο τραπέζι και όταν ακόμη και μια συμφωνία δεν εγγυάται ότι λίγους μήνες αργότερα δεν θα ανοίξει μια νέα διαμάχη, τότε η υποτιθέμενη ασφάλεια που προσφέρει η συμφωνία αρχίζει να χάνει την αξία της.
Και ίσως τότε έρχεται η στιγμή να πεις: enough is enough.
Όχι από θυμό. Από ανάγκη.
Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιλέγουν μια διαφορετική οικονομική σχέση με τον Καναδά, τότε ο Καναδάς πρέπει να προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα.
Θα είναι δύσκολο. Η αμερικανική αγορά δεν αντικαθίσταται εύκολα. Οι δύο οικονομίες είναι δεμένες μεταξύ τους εδώ και δεκαετίες και εκατομμύρια θέσεις εργασίας και στις δύο πλευρές των συνόρων στηρίζονται σε αυτή τη σχέση.
Αλλά η εξάρτηση έχει τίμημα. Και το τελευταίο διάστημα έδειξε πόσο μεγάλο μπορεί να γίνει όταν η πρόσβαση στη μεγαλύτερη αγορά σου μετατρέπεται συνεχώς σε διαπραγματευτικό μοχλό πίεσης.
Ο Καναδάς έχει ήδη αρχίσει να στρέφεται περισσότερο προς άλλες αγορές. Οι εξαγωγές του προς χώρες εκτός Ηνωμένων Πολιτειών αυξήθηκαν σημαντικά το 2025, ενώ το μερίδιό τους στις συνολικές καναδικές εξαγωγές έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.
Αυτός ο δρόμος χρειάζεται τώρα να συνεχιστεί πιο αποφασιστικά.
Περισσότερο εμπόριο με την Ευρώπη και την Ασία. Περισσότερες υποδομές που θα επιτρέπουν στα καναδικά προϊόντα και στους φυσικούς πόρους να φτάνουν σε διαφορετικές αγορές. Περισσότερες επενδύσεις στο εσωτερικό. Περισσότερη συνεργασία μεταξύ των επαρχιών. Και πάνω απ’ όλα, μια οικονομία που δεν θα περιμένει κάθε λίγους μήνες μια ανακοίνωση από την Ουάσιγκτον για να μάθει τι μπορεί να σχεδιάσει για την επόμενη ημέρα.
Οι δύο χώρες θα ξαναμιλήσουν. Η γεωγραφία, το εμπόριο και τα κοινά οικονομικά συμφέροντα δεν εξαφανίζονται επειδή μια διαπραγμάτευση απέτυχε.
Αλλά ίσως ο Καναδάς δεν χρειάζεται πια να περιμένει την επόμενη συνομιλία για να αποφασίσει προς τα πού θα κινηθεί.
Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν μια σταθερή, αμοιβαία επωφελή σχέση, ο Καναδάς θα είναι εκεί.
Αν όμως η σχέση πρόκειται να είναι μια ατελείωτη ακολουθία απαιτήσεων, προθεσμιών και απειλών, τότε ίσως είναι προτιμότερο να γνωρίζουμε επιτέλους πού στεκόμαστε.
Να στηριχθούμε περισσότερο στις δικές μας δυνάμεις. Να δημιουργήσουμε άλλες επιλογές. Να αποδεχθούμε ότι η μετάβαση μπορεί να έχει κόστος, αλλά ότι και η μόνιμη αβεβαιότητα έχει κόστος.
Και να συνεχίσουμε.
Γιατί κάποια στιγμή μια χώρα δεν μπορεί να ξοδεύει όλη της την ενέργεια προσπαθώντας να προβλέψει ποια θα είναι η επόμενη απαίτηση του γείτονά της.
Κάποια στιγμή πρέπει απλώς να πει «ως εδώ» και να προχωρήσει.




