Σημαντικές προοπτικές για τον τομέα των υδρογονανθράκων στην Ελλάδα περιέγραψε ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, επιβεβαιώνοντας ότι η πρώτη ερευνητική γεώτρηση προγραμματίζεται για τον Φεβρουάριο του 2027.
Μιλώντας στο ΕΡΤnews, ο υπουργός ανέφερε ότι η περιοχή με το πιο ώριμο στάδιο ερευνών είναι ο «Ασωπός», βορειοδυτικά της Κέρκυρας, όπου αναμένεται να πραγματοποιηθεί η πρώτη γεώτρηση στο πλαίσιο του προγράμματος έρευνας και αξιοποίησης πιθανών κοιτασμάτων φυσικού αερίου.
Παράλληλα, έκανε λόγο για αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον για τα ελληνικά θαλάσσια οικόπεδα, επισημαίνοντας ότι η αμερικανική ενεργειακή εταιρεία Chevron έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για νέα περιοχή έρευνας στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η παρουσία μεγάλων διεθνών εταιρειών αποτελεί ένδειξη ότι οι γεωλογικές προοπτικές της χώρας αξιολογούνται θετικά από την αγορά.
Το κόστος μιας ερευνητικής γεώτρησης υπολογίζεται περίπου στα 80 εκατομμύρια ευρώ. Σε περίπτωση επιβεβαίωσης εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος, οι συνολικές επενδύσεις θα μπορούσαν να φτάσουν τα 3 έως 4 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ τα συνολικά έσοδα του ελληνικού Δημοσίου από φόρους και δικαιώματα εκμετάλλευσης εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος χρόνου.
Ο υπουργός υποστήριξε ότι η αξιοποίηση πιθανών κοιτασμάτων θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την ενεργειακή αυτονομία της χώρας. Όπως ανέφερε, οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για αποθέματα που ενδέχεται να φθάνουν τα 270 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, όταν η ετήσια κατανάλωση της Ελλάδας υπολογίζεται σε περίπου 6 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Τόνισε, ωστόσο, ότι η ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων δεν έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους της πράσινης μετάβασης. Όπως σημείωσε, η ενεργειακή στρατηγική της χώρας βασίζεται σε ένα ισορροπημένο ενεργειακό μείγμα που περιλαμβάνει ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υδροηλεκτρικά έργα και φυσικό αέριο, με στόχο τη διασφάλιση επάρκειας και σταθερότητας του ενεργειακού συστήματος.
Η πρώτη γεώτρηση του 2027 αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό ορόσημο για την πορεία των ερευνών υδρογονανθράκων στην Ελλάδα, καθώς θα δώσει τις πρώτες σαφείς ενδείξεις για το κατά πόσο οι εκτιμήσεις μπορούν να μετατραπούν σε πραγματική παραγωγική δραστηριότητα και οικονομικό όφελος για τη χώρα.





