Στις 9 Σεπτεμβρίου 1922, τα τουρκικά στρατεύματα εισέρχονταν στη Σμύρνη. Η ημερομηνία αυτή έμελλε να σηματοδοτήσει την αρχή των τελευταίων και πιο τραγικών ημερών μιας πόλης που αποτελούσε επί αιώνες ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του ελληνισμού στη Μικρά Ασία.
Εκατόν τέσσερα χρόνια αργότερα, η Σμύρνη εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βαθύτερα τραύματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Όχι μόνο για όσα συνέβησαν εκείνον τον Σεπτέμβριο, αλλά γιατί μαζί με την καταστροφή της πόλης έσβησε ένας ολόκληρος κόσμος.
Η κατάρρευση είχε αρχίσει λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Τον Αύγουστο του 1922, μετά τη διάσπαση του ελληνικού μετώπου στη Μικρά Ασία, ο ελληνικός στρατός υποχώρησε προς τα παράλια. Στη Σμύρνη κατέφθαναν παράλληλα χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιοι από την ενδοχώρα, αναζητώντας σωτηρία.
Στις 9 Σεπτεμβρίου οι τουρκικές δυνάμεις μπήκαν στην πόλη. Τις ημέρες που ακολούθησαν σημειώθηκαν λεηλασίες, βιαιοπραγίες και δολοφονίες, ενώ ο φόβος εξαπλωνόταν ανάμεσα στον χριστιανικό πληθυσμό.
Στις 13 Σεπτεμβρίου ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά. Οι φλόγες εξαπλώθηκαν στις ελληνικές και αρμενικές συνοικίες και μέσα σε λίγες ημέρες κατέστρεψαν μεγάλο μέρος της Σμύρνης. Η ευθύνη για την έναρξη της πυρκαγιάς αποτέλεσε έκτοτε αντικείμενο ιστορικής αντιπαράθεσης, με σημαντικό αριθμό ξένων μαρτυριών της εποχής να την αποδίδει σε τουρκικές δυνάμεις.
Στην προκυμαία εκτυλίχθηκαν οι σκηνές που έμελλε να γίνουν σύμβολο της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν παγιδευμένοι ανάμεσα στη φωτιά και στη θάλασσα, περιμένοντας ένα πλοίο που θα τους απομάκρυνε. Οικογένειες χωρίστηκαν, παιδιά χάθηκαν μέσα στο πλήθος και άνθρωποι που μέχρι λίγες ημέρες νωρίτερα είχαν σπίτι, εργασία και περιουσία βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς τίποτα.
Το μέγεθος της ανθρωπιστικής καταστροφής αποτυπώνεται και στα αμερικανικά διπλωματικά αρχεία της εποχής. Στις 15 Σεπτεμβρίου, έπειτα από σύσκεψη Βρετανών, Γάλλων, Ιταλών και Αμερικανών αξιωματικών στη Σμύρνη, εκτιμήθηκε ότι περίπου 150.000 πρόσφυγες έπρεπε να απομακρυνθούν επειγόντως από την πόλη.
Η τραγωδία, όμως, δεν περιορίστηκε στη Σμύρνη. Η Μικρασιατική Καταστροφή οδήγησε σε μία από τις μεγαλύτερες αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών στην ιστορία της περιοχής.
Τον Ιανουάριο του 1923 υπογράφηκε στη Λωζάνη η Σύμβαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Περίπου 1,2 εκατομμύρια Ορθόδοξοι από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και άλλες περιοχές εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι μετακινήθηκαν από την Ελλάδα προς την Τουρκία.
Για την Ελλάδα, η άφιξη των προσφύγων αποτέλεσε τεράστια κοινωνική και οικονομική πρόκληση. Δημιουργήθηκαν νέοι συνοικισμοί στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στη Μακεδονία, στη Θράκη και σε πολλές ακόμη περιοχές της χώρας.
Οι πρόσφυγες, ωστόσο, δεν έφεραν μαζί τους μόνο τις μνήμες μιας χαμένης πατρίδας. Έφεραν γνώσεις, επαγγέλματα, εμπορική εμπειρία, μουσικές, γεύσεις και παραδόσεις. Συνέβαλαν καθοριστικά στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Ελλάδας και άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μουσική, στη διατροφή, στη γλώσσα και στη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα.
Η Ελλάδα έχει καθιερώσει τη 14η Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος. Η 9η Σεπτεμβρίου, από την άλλη, σηματοδοτεί την είσοδο των τουρκικών δυνάμεων στη Σμύρνη και την αρχή της τελευταίας πράξης της καταστροφής. Στην Τουρκία η ίδια ημερομηνία γιορτάζεται ως «απελευθέρωση της Σμύρνης».
Δύο εντελώς διαφορετικές ιστορικές μνήμες της ίδιας ημέρας.
Για τον ελληνισμό, η Σμύρνη δεν αποτελεί απλώς ένα κεφάλαιο στα βιβλία της Ιστορίας. Για εκατομμύρια απογόνους των προσφύγων παραμένει οικογενειακή μνήμη. Ένα όνομα χωριού, μια παλιά φωτογραφία, μια συνταγή, ένα τραγούδι, μια ιστορία που πέρασε από τους παππούδες στα παιδιά και στα εγγόνια.
Γιατί τον Σεπτέμβριο του 1922 δεν χάθηκε μόνο μια πόλη.
Έκλεισε βίαια ένας ολόκληρος κόσμος του μικρασιατικού ελληνισμού, που είχε διαμορφώσει επί αιώνες την ιστορία και τον πολιτισμό της απέναντι όχθης του Αιγαίου.





