Σταθερό διατήρησε το επιτόκιο η Τράπεζα του Καναδά

Η Τράπεζα του Καναδά διατήρησε αμετάβλητο το βασικό επιτόκιο στο 2,25%, επιλέγοντας στάση αναμονής απέναντι στις αυξανόμενες αβεβαιότητες που προκαλούν οι διεθνείς εξελίξεις και κυρίως η κρίση στη Μέση Ανατολή.

Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας, Tiff Macklem, τόνισε ότι η άνοδος στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, λόγω της σύγκρουσης στην περιοχή, αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού σε παγκόσμιο επίπεδο το επόμενο διάστημα. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι είναι ακόμη νωρίς για να εκτιμηθεί με σαφήνεια ο αντίκτυπος της κρίσης στην καναδική οικονομία.

Η απόφαση της Τράπεζας έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία εμφανίζει μικτή εικόνα. Από τη μία πλευρά, ο πληθωρισμός έχει παραμείνει κοντά στον στόχο του 2% για περισσότερο από έναν χρόνο, ενώ τα βασικά μέτρα του δείχνουν τάσεις σταθεροποίησης. Από την άλλη, η αγορά εργασίας εμφανίζει σημάδια αδυναμίας, με απώλειες θέσεων εργασίας τους τελευταίους μήνες και την ανεργία να κινείται ανοδικά.

Η αύξηση των τιμών ενέργειας, που συνδέεται με τις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, έναν κρίσιμο κόμβο για τη μεταφορά πετρελαίου διεθνώς, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις. Οι διαταραχές στις μεταφορές ενδέχεται να επηρεάσουν όχι μόνο την ενέργεια αλλά και άλλες πρώτες ύλες, όπως τα λιπάσματα, γεγονός που μπορεί να μετακυλιστεί στις τιμές των τροφίμων.

Ο Tiff Macklem παραδέχθηκε ότι η Τράπεζα βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Μια ενδεχόμενη αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να περιορίσει τον πληθωρισμό, αλλά ταυτόχρονα να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα. Αντίθετα, μια μείωση επιτοκίων θα μπορούσε να στηρίξει την ανάπτυξη, αλλά με κίνδυνο να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις.

Η καναδική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ήπιους ρυθμούς, επηρεαζόμενη τόσο από την αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο και τις πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών, όσο και από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η ανάπτυξη είναι πιο αδύναμη από τις αρχικές προβλέψεις, ενώ η κατανάλωση και οι εξαγωγές εμφανίζουν σημάδια κόπωσης.

Παράλληλα, η αναπληρώτρια διοικητής Carolyn Rogers επεσήμανε ότι οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας και στις πρώτες ύλες ενδέχεται να επηρεάσουν άμεσα τους καταναλωτές, τόσο μέσω των καυσίμων όσο και μέσω της ανόδου στις τιμές των τροφίμων, δεδομένου ότι ο Καναδάς εισάγει σημαντικό μέρος των φρέσκων προϊόντων.

Η Τράπεζα του Καναδά υπογραμμίζει ότι θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά τόσο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή όσο και τις επιπτώσεις της εμπορικής πολιτικής των ΗΠΑ, δηλώνοντας έτοιμη να προσαρμόσει τη νομισματική πολιτική της εφόσον χρειαστεί. Η επόμενη ανακοίνωση για τα επιτόκια αναμένεται στις 29 Απριλίου, μαζί με τη νέα έκθεση νομισματικής πολιτικής.

Related articles

Share article
spot_img
Latest articles