Trump Αμφισβητεί τη CUSMA Καθώς Πλησιάζουν οι Δασμοί 50%

Η αβεβαιότητα πιέζει το καναδικό δολάριο, δοκιμάζει την οικονομία και δυσκολεύει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Οττάβας και Ουάσιγκτον

Οι σχέσεις Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών εισέρχονται σε μία από τις σοβαρότερες εμπορικές κρίσεις από την υπογραφή της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου Καναδά–ΗΠΑ–Μεξικού (CUSMA), καθώς η Ουάσιγκτον επιμένει στην επιβολή δασμών 50% σε σειρά καναδικών προϊόντων, ενώ ο πρόεδρος Donald Trump δηλώνει πλέον ανοιχτά ότι δεν θεωρεί τη CUSMA σημαντική για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι δηλώσεις αυτές δεν αποτελούν απλώς ακόμη μία πολιτική τοποθέτηση. Έρχονται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, καθώς η CUSMA εισέρχεται στη διαδικασία της προβλεπόμενης επανεξέτασής της, ενώ ο Καναδάς καταβάλλει προσπάθειες να αποτρέψει μια νέα κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου με τον σημαντικότερο εμπορικό του εταίρο.

Την ίδια ώρα, ο υπουργός Διεθνούς Εμπορίου του Καναδά, Dominic LeBlanc, βρίσκεται για ακόμη μία φορά στην Ουάσιγκτον, συνοδευόμενος από την επικεφαλής διαπραγματεύτρια Janice Charette, επιχειρώντας να επιτύχει συμφωνία πριν από την προγραμματισμένη εφαρμογή των δασμών στις 19 Αυγούστου.

Μιλώντας στο Fox News, ο Donald Trump εμφανίστηκε αδιάφορος για το μέλλον της CUSMA.

«Δεν με ενδιαφέρει. Προτιμώ να είμαστε ανεξάρτητοι. Ο Καναδάς και το Μεξικό μάς χρειάζονται, εμείς δεν τους χρειαζόμαστε. Η συμφωνία είναι σημαντική για αυτούς, όχι για εμάς», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Οι δηλώσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς ακολουθούν την έκδοση τριών προεδρικών διακηρύξεων με τις οποίες η αμερικανική κυβέρνηση επιβεβαίωσε την επιβολή δασμών 50% σε συγκεκριμένες κατηγορίες καναδικών προϊόντων. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, τα μέτρα αποτελούν απάντηση σε πολιτικές του Καναδά που, κατά την αμερικανική πλευρά, δημιουργούν διακρίσεις εις βάρος αμερικανικών αυτοκινήτων, γαλακτοκομικών προϊόντων και αλκοολούχων ποτών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το γεγονός ότι οι δασμοί εφαρμόζονται ακόμη και σε προϊόντα που πληρούν τους κανόνες προέλευσης της CUSMA, περιορίζοντας στην πράξη τα εμπορικά οφέλη της συμφωνίας για τις συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων. Παράλληλα, ορισμένα στρατηγικά προϊόντα, όπως η ενέργεια, η ποτάσα, τα κρίσιμα ορυκτά και συγκεκριμένες ακόμη κατηγορίες, εξαιρούνται από τα νέα μέτρα.

Η στάση της Ουάσιγκτον δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα καθώς το 2026 αποτελεί το έτος κατά το οποίο οι τρεις χώρες καλούνται να προχωρήσουν στην πρώτη επίσημη επανεξέταση της CUSMA. Η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να μην παρατείνει τη συμφωνία για νέα δεκαεξαετή περίοδο ενεργοποιεί πλέον τη διαδικασία των ετήσιων επανεξετάσεων. Έτσι, η CUSMA παραμένει σε ισχύ, όμως εισέρχεται σε μια παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας, καθώς το μέλλον της θα επανεξετάζεται κάθε χρόνο, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο σημαντικών αλλαγών τα επόμενα χρόνια.

Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Mark Carney έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν επιδιώκει απλώς τη διευθέτηση των διαφορών που αφορούν τη CUSMA, αλλά μια συνολική εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στόχος της Οττάβας είναι η άρση των αμερικανικών δασμών στον χάλυβα, το αλουμίνιο, την ξυλεία και την αυτοκινητοβιομηχανία, τομείς που αποτελούν βασικούς πυλώνες των καναδικών εξαγωγών.

Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις αρχίζουν να αποτυπώνονται και στις διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με το Reuters, το καναδικό δολάριο έχει μετατραπεί στο νόμισμα με τις μεγαλύτερες αρνητικές τοποθετήσεις μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν ότι μια παρατεταμένη εμπορική σύγκρουση θα επιβραδύνει την καναδική οικονομία. Η αβεβαιότητα γύρω από τις διαπραγματεύσεις, σε συνδυασμό με την πιθανότητα εφαρμογής των δασμών, έχει αυξήσει σημαντικά την πίεση στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Οι αγορές δεν ανησυχούν μόνο για το ύψος των δασμών. Εξίσου σημαντική θεωρείται η αβεβαιότητα που δημιουργείται γύρω από το μέλλον των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Για πολλές επιχειρήσεις, η δυσκολία δεν περιορίζεται στο αυξημένο κόστος των εξαγωγών, αλλά επεκτείνεται στην αδυναμία σχεδιασμού νέων επενδύσεων και εμπορικών συμφωνιών, όσο παραμένει άγνωστο το εμπορικό πλαίσιο που θα ισχύει τους επόμενους μήνες.

Παράλληλα, ούτε στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει απόλυτη στήριξη στη νέα εμπορική πολιτική. Βιομηχανικές οργανώσεις και εργατικά συνδικάτα έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι η επιβολή δασμών στον Καναδά ενδέχεται να πλήξει και αμερικανικές επιχειρήσεις που βασίζονται στις στενά συνδεδεμένες αλυσίδες εφοδιασμού των δύο χωρών, επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής και μειώνοντας την ανταγωνιστικότητά τους.

Η Τράπεζα του Καναδά έχει επίσης προειδοποιήσει ότι μια περαιτέρω κλιμάκωση της εμπορικής αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη, ασθενέστερες επιχειρηματικές επενδύσεις και αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις. Σε πρόσφατη ανάλυσή της, μάλιστα, παρουσίασε σενάριο σύμφωνα με το οποίο η καναδική οικονομία θα μπορούσε να εισέλθει σε περίοδο ύφεσης, εφόσον η εμπορική σύγκρουση κλιμακωθεί και οι δασμοί εφαρμοστούν σε ευρεία κλίμακα. Για τους πολίτες, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να μεταφραστεί σε ακριβότερα εισαγόμενα προϊόντα, μεγαλύτερη πίεση στο κόστος ζωής, επιβράδυνση της αγοράς εργασίας, ασθενέστερες επενδύσεις και αυξημένη αβεβαιότητα για επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τις εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Με λιγότερο από τρεις εβδομάδες να απομένουν μέχρι την προγραμματισμένη εφαρμογή των δασμών, οι συνομιλίες στην Ουάσιγκτον εισέρχονται στην πιο κρίσιμη φάση τους. Οι επόμενες εβδομάδες αναμένεται να είναι καθοριστικές όχι μόνο για την έκβαση των διαπραγματεύσεων, αλλά και για την πορεία της καναδικής οικονομίας. Αν δεν υπάρξει συμφωνία πριν από τις 19 Αυγούστου, ο Καναδάς ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με μια νέα περίοδο παρατεταμένης εμπορικής αβεβαιότητας, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει τις εξαγωγές, τις επενδύσεις, την αγορά εργασίας, την ισοτιμία του καναδικού δολαρίου και, τελικά, το κόστος ζωής των πολιτών.

Related articles

Share article
spot_img
Latest articles